jump to navigation

To “βαθύ” νόημα μιας “απλώς, μέσης (ελληνικής)οικογένειας Φεβρουαρίου 26, 2008

Posted by mariandr in Γυναικεία Θεματα, Ελλάδα, Οικογένεια, Παλαιά κείμενα του 2007.
trackback

Στοιχηματίζω ότι κάποιοι , μετά την ανάγνωση  αυτού του Σαββατιάτικου κειμένου, θα μου προσάψουν πως διάβασαν μια έκθεση ιδεών και ένα συναισθηματικό παραλήρημα παρά ένα δημοσιογραφικό κείμενο. Ο καθείς διατηρεί το  δικαίωμα των άποψεών του  όμως, και , συνεπώς, προχωρώ «στο παρασύνθημα»:

 

Αφορμής δοθείσης από την τραγική υπόθεση του εκλιπόντος διοικητή του ΙΚΑ, και κατόπιν αναρίθμητων σοβαρών και μη συζητήσεων και προβληματισμών σχετικά με το «τις πταίει», ένα πράγμα με τριβελίζει, κι αυτό, δεν είναι ποιος   και αν και πόσοι και σε ποιο βαθμό είναι συνυπεύθυνοι για την οδυνηρή κατάληξη της ιστορίας αυτής, αφού, τελικός κριτής είναι ο Θεός, ούτε καν ο δικαστής. Για όσους πάλι δηλώνουν άθεοι και δεν καλύπτονται από το περί Θεού που προανέφερα, θυμίζω μόνο το «εικόνα σου είμαι κοινωνία και σου μοιάζω». Αυτό που με τριβελίζει λοιπόν, είναι η φράση που άκουσα όχι μία και δύο φορές, ως σχόλιο στην όλη υπόθεση: « ε, αυτή η ιστορία , είναι ένα συνηθισμένο φαινόμενο της μέσης ελληνικής οικογένειας».

Έχω που έχω μια ευαισθησία στη μέση , λόγω παλιότερου κουτρουβαλήματος, στο άκουσμα «της μέσης» ελληνικής οικογένειας , συγκεκριμένες εγκεφαλικές περιοχές μου παρουσιάζουν αυξημένη ενεργητικότητα! Εξηγούμαι: Δεν στοχεύω στη διερεύνηση στατιστικών σχετικά με τον αριθμό των ελληνικών οικογενειών στις οποίες υπάρχουν «τρίτα πρόσωπα»,  για να επαληθευτεί ή να διαψευστεί η φράση « αυτό είναι συνηθισμένο φαινόμενο της μέσης ελληνικής οικογένειας». Με ενοχλεί βαθύτατα το ότι, με τη χρήση της λέξης «μεση» ,  αρχίζει να γίνεται συνείδηση στο μέσο Έλληνα και δη στη νεολαία, ότι «όλοι έτσι κάνουν» και , ακόμα πάρα πέρα, η όποια αντίδραση στο «φαινόμενο», εκλαμβάνεται ως «συναισθηματικό παραλήρημα».

Το μεγαλείο του παραλόγου –του κατ εμέ παραλόγου, είναι πως, αντί η υπόθεση Βαρθολομαίου να δώσει λαβή για μία ακόμα «κουβέντα» περί της κρίσης του θεσμού της οικογένειας, έδωσε την ευκαιρία σε κάποιους να αποπειραθούν να ψυχαναγκάσουν τους υπόλοιπους σχετικά με το πόσο «υπερβολικές» «συναισθηματικές» και μη «ρεαλιστικές»
 ήταν οι αντιδράσεις όλων όσων συμπαραστάθηκαν στο φερόμενο ως δράστη, αφού εκείνος δεν αντέδρασε «ρεαλιστικά» σε μια «συνηθισμένη» υπόθεση για την ελληνική κοινωνία!

Βεβαίως, αν ο ρεαλισμός ήταν αντικειμενικό και όχι υποκειμενικό ζήτημα, θα ζούσαμε  στο νησί της ουτοπίας και δεν θα υπήρχαν πόλεμοι και συρράξεις στη γη και ίσως να μη χρειάζονταν και οι κοινωνικοί θεσμοί ως θεσμοί. Αλλά αυτό είναι άλλο θέμα. Η ουσία αυτού του θέματος, είναι να βρούμε τον ανδρισμό όλοι και όλες που τόσο άνετα βάζουμε νωχελικά το ένα πόδι πάνω στο άλλο και πετάμε το εύκολο» ε, μωρέ, αυτά συμβαίνουν στη μέση οικογένεια, σιγά την πρωτοτυπία», να ψάξουμε να βρούμε γιατί οδηγούμαστε γονείς και παιδιά, έξω από την οικογένεια χωρίς ωστόσο να θέλουμε «τυπικά» να την αφήσουμε πίσω μας. Πώς γίνεται αυτό το «συνηθισμένο» , άρα απλό φαινόμενο, να κρύβει τόσο πολύπλοκες συμπεριφορές , υποκριτικές, επιθετικές, ασύνειδες, συνειδητές και σε τελική ανάλυση, τόσο ψυχοφθόρες και κουραστικές;

Ως μαθήτρια Λυκείου, θυμάμαι πως, όταν συζητούσαμε στην τάξη για τις αιτίες που αποξενώνουν τα μέλη της οικογένειας σήμερα, οδηγώντας τη σε μία κατ επίφαση διατήρηση- της ή στη διάλυσή -της, η φιλόλογος μας «άδειαζε» πάνω στα θρανία φωτοτυπίες επί φωτοτυπιών  με  «σπουδαίες απόψεις πνευματικών ανθρώπων» σχετικά με το θέμα, και, αναλόγως του ποια από αυτές τις απόψεις «έκανε» στον καθένα από μας, μαθαίναμε απέξω κάποια απ αυτές και μετά την αντιγράφαμε «για να διανθίσουμε την έκθεσή μας». Τότε  η ταπεινότητα  μου, είχε αποστηθίσει τον Παναγιωτόπουλο: «..Την οικογένεια, είτε έτσι είτε αλλιώς, τη ξεθεμελίωσαν οι καιροί. Ουσιαστικά δεν επιζεί παρά σε μερικές αρχέγονες κοινωνικές ομάδες. Και στις προχωρημένες κοινωνίες, έγινε ένα στοιχείο του κατεστημένου που χτυπιέται χωρίς συμπόνοια. Ετσι που τώρα, πάει να γίνει συνεταιρισμός, συνδικάτο, ομμόρυθμη εταιρεία και ό,τι άλλο μπορεί να πει κανείς.. Τα παιδιά, μόλις νιώσουν τον εαυτό τους, δεν έχουν άλλο στόχο από την απόδραση. Και τον νιώθουν πρωϊμότερα από κάθε άλλη εποχή. Γίνονται εριστικά, σκαιά, αυτόβουλα και όταν το μπορούν, αυτοκυβέρνητα..».

 

 

Απόψεις σαν του Παναγιωτόπουλου, δεν ξέρω αν ξέφτισαν στο διάβα των ετών ή όχι, διερωτώμαι όμως και γω σήμερα,  αν ,το να εχουν ερωτικές σχέσεις οι γονείς με τρίτους και τα παιδιά τους  ζουν «αυτοκυβέρνητα», συνιστά «σύνηθες φαινόμενο», τι αποκλείει το φαινόμενο αυτό από την άλλη, να δείχνει την αποτυχία του ζευγαριού να φτιάξει μια οικογένεια; Απολογούμαι στους μεγαλύτερους εμού και δη στους γονείς, αλλά, αν ελαφρά τη καρδία κάποιοι εξ αυτών, δεν έχουν κανένα πρόβλημα στο να παραδέχονται και να διαδίδουν ότι η οικογένεια είναι μια εταιρεία και η απιστία σύνηθες φαινόμενο, τότε, με γειά τους με χαρά τους, αλλά στα μάτια ορισμένων, οι κύριοι και οι κυρίες αυτοί κι αυτές, είναι βαθύτατα αποτυχημένοι στο ρόλο , αν όχι το συζυγικό, τουλάχιστον στο γονεϊκό. Διατηρώντας το δικαίωμα στην άποψη, ας μου επιτρέψουν οι αναγνώστες της «Α» να πω ότι, η μέση ελληνική οικογένεια ακόμα –δόξα τω Θεώ- δεν θεωρεί, με όλα τα ελαττώματα της , δικαιολογημένα αυτά τα «συνήθη» φαινόμενα, αντίθετα, παλεύει να κρατηθεί από τα πλήγματα που δέχεται. Στις λαϊκές δε γειτονιές, ισχύει ακόμα η φράση «αυτός/αυτή απέτυχε στο γάμο του/της» και αυτό, κάτι λέει, κάποιο νόημα θα κρύβει.

 

 

Να δεχτούμε  πάλι ότι κρίση η οικογένεια πάντα περνούσε και θα περνάει; Να το δεχτούμε. Ποτέ όμως δεν υπήρχε τέτοια ανοικτή κατάλυση της ιερότητας της, τόση «οδυνηρή διαρροή ζεστασιάς και τρυφερότητας», που έλεγε ο μακαριστός Κώστας Τσιρόπουλος. Και σε αυτό το σημείο κοντοστέκομαι: αν ένας γάμος και μια οικογένεια δομούνται-στα λόγια έστω-πάνω στην αγάπη, ντετερμινιστικά σκεπτόμενοι, τα «συνηθισμένα φαινόμενα» σαν αυτό της θλιβερής επικαιρότητας, οφείλονται στην απουσία της αγάπης και στην εισχώρηση , όχι του πάθους, όπως ίσως άλλοι θα έλεγαν, αλλά του άκρατου εγωισμού και του ατομισμού».

 

Ας μην κρυβόμαστε  πίσω από το δάκτυλο μας, όταν το Εγώ φωλιάσει στην οικογένεια, το κελάρι με τις προμήθειες της αγάπης και του έρωτα και της αλληλοβοήθειας και της θυσίας, έχει βιαστεί κατάφορα. Αν αυτό το Εγώ υπηρετείται στον έναν με την εξωσυζυγική σχέση, στον άλλο με το κυνήγι του χρήματος που τον οδηγεί στο να αδιαφορεί για τα του οίκου του ζώντας μόνο για την καριέρα του, αυτό δεν εχει σημασία. Σημασία έχει ότι ο-η σύζυγος και κατόπιν ο γονέας, «ξεχνά» ότι η οικογένεια προϋποθέτει την υπέρβαση του Εγώ και το πέρασμα στο «εμείς», και «είναι νεκρή για το σπίτι της», όπως είπε στην απολογία του αναφερόμενος στη σύζυγό του ο 59χρονος που φέρεται να σκότωσε τον Βαρθολομαίο. Τα επιστημονικοφανή του τύπου «άτομα με μεγάλο συναισθηματικό φορτίο για τον σύντροφό τους  σε ένα γάμο συχνά δημιουργούν δυσπροσάρμοστη οικογένεια στα νέα δεδομένα του 21ου αιώνα», είναι ασαφή, βλακώδη όσο και φρικτά επικίνδυνα.

Αναφορικά δε με  αυτά τα «δεδομένα» που επηρεάζουν υποτίθεται τη δομή και τη λειτουργία της ελληνικής οικογένειας «στον 21ο αιώνα»,  για να είναι αυτά  «νέα» , σημαίνει ότι πριν από αυτά υπήρχαν κάποια «παλιότερα». Γιατί λοιπόν ο φερόμενος ως δράστης θεωρείται ευρισκόμενος σε «συναισθηματικό παραλήρημα» κριθείς έτσι  μετά τη δημοσίευση του περιεχομένου της απολογίας του, και όχι ως ένας άνθρωπος που πιστεύει στα «παλιότερα» δεδομένα που πρέπει να συντρέχουν για να διατηρείται μια «μέση» ελληνική οικογένεια; Γράφει στην απολογία του « στην πορεία του χρόνου, ως γνήσιος Έλληνας της ορεινής Αιτωλοακαρνανίας, αισθάνθηκα την πληρότητα της οικογένειας και τη χαρά του έγγαμου βίου». Ποιο είναι το βαθύ παραλήρημα στην προκείμενη φράση; Στο ότι έγραψε «γνήσιος έλληνας»; Τα όνειρα ενός παιδιού της ελληνικής επαρχίας να σπουδάσει και να παντρευτεί συνιστούν προδιάθεση για παραληρητικές συμπεριφορές; Με την αυτή λογική, αδυνατούν να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα , αδυνατούν να δουν τη σύγχρονη λειτουργία της ελληνικής οικογένειας και αδυνατούν να δουν πόσο «συνηθισμένα» είναι τα φαινόμενα του υπέρογκου, βαθιά υλιστικού και σαρκικού Εγώ που δηλητηριάζουν μια οικογένεια, όσοι εξακολουθούν να ακούνε τα τραγούδια της ξενιτιάς και της μετανάστευσης του Καζατζίδη και του Μητσιά.

Μια έφηβη μου λεγε προχθές πως τα πάντα είναι θέμα «σεβασμού της επιλογής του άλλου». Δε λέω, ο σεβασμός του δικαιώματος της επιλογής του καθενός μας, είναι απαραίτητος και λυτρωτικός , τόσο για την αξιοπρέπεια μας, όσο και για την κατά το δυνατόν «πολιτισμένη» στάση ως μελών μιας οικογένειας. Αλλά η «επιλογή» δεν λυτρώνει από τη διάλυση της οικογένειας. Αντίθετα, το «έτσι νιώθω και έτσι πράττω», είναι πολύ ωραίο όταν παραπέμπει στην ξεχασμένη ευθύτητα που πλέον δεν διακρίνει τις ανθρώπινες σχέσεις, όμως είναι τραγικά ανούσιο και εγωϊστικό-αρα διαβρωτικό της συνοχής μιας οικογένειας, αφού απαξιώνει την έννοια της ευθύνης του συζύγου που «δρα όπως αισθάνεται» και ,  ξεχνά να αναρωτηθεί: τι θα συμβεί αν κάθε μέλος της οικογένειας δρα « όπως θέλει»; Και για να το πω αλλιώς, «παραληρώντας» και γω: όταν οι άνθρωποι περνούσαν μπροστά από μια εκκλησία και σταυροκοπιόντουσαν, συνέβαινε τα διαζύγια και τα υπαρξιακά προβλήματα μικρών-μεγάλων να είναι λιγότερα. Σήμερα, κάθε φορά που κάνουμε , ως μέλη μιας οικογένειας «ο,τι θέλουμε γιατί είναι επιλογή μας» και συγχρόνως διατηρούμε την παρουσία μας στην οικογένεια αποκλειστικά «για συμβατικούς λόγους», τότε τυχαίνει να αποφεύγουμε να κάνουμε και το σταυρό μας. Λογικό, όχι γιατί ξαφνικά ανακαλύψαμε την αθεΐα, αλλά την ταραγμένη φωνή της συνείδησης.

 

Τελειώνοντας το δικό μου «παραλήρημα» για την καημένη την ελληνική οικογένεια και την κρίση που διέρχεται, θυμίζω τον Γέροντα Παϊσιο, που έλεγε ότι «η αξία της ζωής είναι μόνο μία: η οικογενεια. Μόλις σβήσει αυτή, θα σβήσει ο κόσμος. Δείχνε αγάπη και πέρα από την οικογένειά σου. Να θυμάστε ότι το αυτοκίνητο έχει φρένα και ταχύτητες, δεν δουλεύει μόνο με το ένα ή μόνο με το άλλο. Αυτό πρέπει να κάνουν οι ΄συζυγοι για να υπάρχει ισορροπία: ο ένας  να φρενάρει κι ο άλλος να σπρώχνει…»

2007