jump to navigation

Φράξια Κόκκινος Στρατός: τί απέμεινε από τη γοητεία της ένοπλης πάλης; Μαρτίου 3, 2008

Posted by mariandr in PAGOSMIOPOIISI, Ανθρώπινα δικαιώματα, Κόσμος, Παλαιά κείμενα του 2007, Πολιτική.
trackback

  «Η αποδοχή του αιτήματος της Μπριγκίτε Μονχάουπτ, πρώην στελέχους  της ακροαριστερής τρομοκρατικής οργάνωσης Φράξια Κόκκινος Στρατός, για πρόωρη αποφυλάκιση, αναμένεται να πυροδοτήσει αντιδράσεις στο εσωτερικό της Γερμανίας, καθώς η 57χρονη ουδέποτε εξέφρασε μεταμέλεια για τη δολοφονική εκστρατεία της ΡΑΦ που συγκλόνισε συνθέμελα την τότε νεαρή Δημοκρατία της Δυτικής Γερμανίας».

Διαβάζοντας την είδηση αυτή (δημοσιεύθηκε από την «Α» στις 13 Φεβρουαρίου), θυμήθηκα τον Ζαν Πολ Σαρτρ , το διάσημο υπαρξιστή φιλόσοφο, που το 1974 ξεσήκωσε σάλο, επισκεπτόμενος τα μέλη της ΡΑΦ στις φυλακές Σταμχάϊμ. Μπορεί ο Σαρτρ να πήρε μέρος σε αντιφασιστικούς αγώνες, αλλά το γεγονός ότι –κατά τη γνώμη μου-ταύτιζε οπωσδήποτε την έννοια της δημιουργικότητας με την ανάγκη της εξέγερσης, μου ξένιζε ανέκαθεν.Ειδικά για την ιστορική –όπως αργότερα χαρακτηρίστηκε- επίσκεψη του στους φυλακισμένους τρομοκράτες, με την οποία θέλησε να «πει» στους δυτικούς συμπολίτες του ότι εκεί μέσα βρίσκονται επαναστάτες κι όχι τρομοκράτες, αισθάνομαι θλίψη. Ο φιλόσοφος, αν δεν φυλακίζει τη σκέψη, πολύ περισσότερο δεν συναινεί στο φόνο, σκοτώνοντας το κορμί και τη σκέψη ενός άλλου.

 Ας δούμε τα περί τρομοκρατίας και τρομοκρατών σε απόσταση χρόνου. Ουδείς αμφιβάλλει ότι, τρομοκρατικές οργανώσεις όπως η ΡΑΦ, οι Ερυθρές Ταξιαρχίες, η 17 Νοέμβρη, η Άμεση Δράση, ήταν όλες γεννήματα του Μάη του 1968 , των ευρωπαϊκών αντιδικτατορικών κινημάτων και του αμερικανικού αντιπολεμικού κινήματος. Νέοι δηλαδή, που με κοινωνικές ανησυχίες στις ταραγμένες δεκαετίες του 1960 και του 1970 , ξεκίνησαν να φτιάξουν ένα «νέο κόσμο» και μετατράπηκαν από κοινωνικοί επαναστάτες σε στυγνούς τρομοκράτες. Βέβαια, κακά τα ψέματα. Όσο κι αν ορισμένους αστούς-και δη , όψιμους αστούς-τους πονάει αυτό, η αλήθεια είναι ότι , ειδικά η Φράξια Κόκκινος Στρατός, που διέπραξε τόσα εγκλήματα , αεροπειρατείες και απαγωγές, όμως στήριξε ‘όλα εκείνα τα επαναστατικά κινήματα της Μέσης Ανατολής και της Αφρικής, που σήμερα, τιμώνται , ακόμα κι από τους τότε διώκτες τους, ως «οι σκαπανείς της σύγχρονης σοσιαλδημοκρατίας’. Κι αλλιώς: τα στελέχη της ΡΑΦ δεν είχαν εκπαιδευτεί σε στρατόπεδα του λαϊκού μετώπου για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης; Ποιος σύγχρονος , δημοκρατικός πολιτικός όμως, τολμά σήμερα να προβάλει τον Γιασέρ Αραφάτ ως ο,τιδήποτε άλλο, πλην ως τον «ιστορικό ηγέτη του παλαιστινιακού απελευθερωτικού κινήματος;» Αν τον προέβαλε ως ο,τιδήποτε άλλο, θα ήταν τότε αναγκασμένος, ούτε λίγο ούτε πολύ, με τη σύγχρονη λογική και υπό τις σημερινές πολιτικές συνθήκες, να εμφανίσει συλλήβδην τον παλαιστινιακό λαό ως τρομοκράτες, και τους συμπαθούντες τον αγώνα τους ως τρομοκράτες επίσης.

Και έρχομαι και στην «ταμπακιέρα»: πρέπει να αποφυλακιστεί σήμερα η   Μπριγκίτε Μονχάουπτ, κι ας μην έχει δείξει μεταμέλεια για τις δολοφονίες που διέπραξε, ώστε να μπει ταφόπλακα στην 25χρονη (γερμανική) βεντέτα τρομοκρατών-«συστήματος»; Ετσι κι αλλιώς, η ΡΑΦ αυτοδιαλύθηκε το 1998.

Δεν είμαι σε θέση να υποστηρίξω, ως πολίτης της δυτικής δημοκρατίας του 2007, και ως πολίτης μιας χώρας όπου η τρομοκρατία αφήνει ως αυτή τη στιγμή που σύρονται αυτές οι γραμμές τα ίχνη της, αν «πρέπει» ή «δεν πρέπει» να αποφυλακιστεί η γυναίκα που , μαζί με τον Κρίστιαν Κλαρ, απεκαλείτο πριν 25 χρόνια, «το δίδυμο της κόλασης». Επισημαίνω όμως μια διάσταση του θέματος, έτσι όπως τη διατύπωσε και την προέβαλε στην αγόρευσή του, κατά τη δίκη της 17 Ν  και σχετικά με την υπόθεση Παλαιοκρασσά, ο Γ Μαύρος, στις 23-09-03. Είπε τότε, μεταξύ άλλων ο κ. Μαύρος: «…υπάρχει μία θεωρία…ότι οι κατηγορούμενοι της 17 Ν είναι πράκτορες των μυστικών υπηρεσιών…Θεωρίες τέτοιες, ότι δηλαδή είναι σειριακοί δολοφόνοι, παρανοϊκοί, πράκτορες μυστικών υπηρεσιών, αποτυχημένοι επαγγελματίες, δεν έχουν αποδεικτική αξία και είναι και επικίνδυνες. Θα σας πω ευθέως γιατί είναι επικίνδυνες: Διότι καταργούν το πρόβλημα. Εξορκίζουν το κακό. Δεν το εξηγούν. Δεν μας επιτρέπουν την κατανόηση του και πρέπει να κατανοήσουμε, ότι επί 27 χρόνια, οι άνθρωποι αυτοί σκότωναν, και οι δολοφονίες αυτές, το λέω ευθέως, έβρισκαν επιδοκιμασία σε  αρκετά σημαντικό μέρος της κοινωνίας».

Ταυτίζομαι απολύτως με τον Γ. Μαύρο , ως προς το πρώτο σκέλος της φράσης, το σχετικό με τον εξορκισμό του κακού. Και δέχομαι, ότι, ειδικά κατά τα πρώτα χρόνια των δολοφονιών που διέπραττε η 17Ν, πολλοί Έλληνες, έλεγαν μέσα τους, (αυτό που επανέλαβαν πολλοί όψιμοι αριστεροί με καπιταλιστικές τσέπες στις 11 Σεπτεμβρίου 2001): «καλά να πάθουν» (τα θύματα) , εννοώντας ότι δολοφονούνταν αυτοί που υπήρξαν βασανιστές της χούντας. Αλλά, έχω μια απορία. Αν έτσι έχει το πράγμα, κι αν, πρωτοπόροι με κοινωνικό όραμα τον Μάη του 68 σαν τον Κον Μπεντίτ που λειτούργησαν ως πνευματικοί καθοδηγητές για «τις νεώτερες γενιές κοινωνικών επαναστατών» κατέληξαν μεγαλοτραπεζίτες και βουλευτές, γιατί να μην αποφυλακιστεί η κάθε Μπριγκίτε; Εννοώ, προσωπικά , θα αισθανόμουν ότι ξεπληρώνω τις ενοχές μου συναινώντας σε μια τέτοια αποφυλάκιση, γιατί θα σκεπτόμουν: εγώ οδήγησα άτομα σαν τη Μπριγκίτε στο να πάρουν μέρος στο αντάρτικο πόλεων και σήμερα, εγώ είμαι μέλος του συστήματος-κι από τα πιο καλοζωισμένα-ενώ εκείνη και η κάθε εκείνη, εξακολουθεί να είναι φυλακισμένη έχοντας πιστέψει σε αυτό που εγώ της δίδαξα με πάθος..να σκοτώνει.

Ακούγεται υπεραπλουστευτικό κι αφελές; Κι όμως, δεν είμαι σίγουρη πως δεν είναι και έτσι. Φυσικά, το ίδιο σίγουρη δεν είμαι για το πώς θα αντιδρούσα αν είχα γυιο το δολοφονημένο Αξαρλιάν και έβλεπα τους δολοφόνους του να κυκλοφορούν ελεύθεροι. Όπως δεν είμαι σίγουρη γιατί με ενοχλεί μόνο ο μιλιταριστικός εθνικισμός της 17Ν , ο ανάμικτος με αυτοδιαχείριση και λενινισμό, και δεν με ενοχλεί εξίσου ο λόγος του Λεπέν , των νεοναζί και των κομμουνιστών που επιμένουν δίπλα στη γαλανόλευκη να βάζουν και μια κόκκινη με το σιδεροδρέπανο, την ώρα που μετά χαράς, άτομα της γενιάς μου, παιδιά δηλαδή των εξεγερθέντων του Πολυτεχνείου το 1973, θα συναινούσαν σε ο,τιδήποτε συνέβαλε στη λησμονιά των Γκουλαγκ της Σοβιετίας που συνιστούν όνειδος για τον παγκόσμιο πολιτισμό…

Δεν είμαι επίσης καθόλου σίγουρη, γιατί σώνει και καλά η Μονχαουπτ, θα πρέπει να ζητήσει «συγγνώμη» αν θέλει να αποφυλακιστεί: «ρωτήσαμε ποτέ ένα συνήθη κατάδικο, μετά από 25 χρόνια , αν λυπάται για την πράξη του; Η γνήσια μεταμέλεια δεν επιβάλλεται με το ζόρι», σχολίασε για την υπόθεση Μονχαουπτ ο βουλευτής των Πρασίνων Χανς Κρίστιαν Στρόμπελε.

 -Φυσικά και όχι , είναι η απάντηση. Από την άλλη, η μεταμέλεια, ήταν κάποτε , επί Τσεζαρε Μπεκκαρία και διαφωτισμού, ένας εκ των πρωτευόντων λόγων για τη φυλάκιση και την αποφυλάκιση. Αν η Στρόμπελε «είναι υπερήφανη για να ζητήσει συγγνώμη», τότε και οι συγγενείς των δολοφονηθέντων πανεπιστημιακών και δικαστικών διατηρούν το δικαίωμα του να είναι «πολύ εξοργισμένοι για να παραχωρήσουν τη «συγγνώμη» προς την αιτούμενη αποφυλάκισης.

-Είναι  δυο φορές σιχαμερό να σαι τρομοκράτης και γυναίκα, άκουσα σε γνωστό ραδιοφωνικό σταθμό να ωρύεται τις προάλλες ακροατής, σχολιάζοντας την είδηση περί της Μονχάουπτ, εμφανώς αντιτιθέμενος στην ιδέα αποφυλάκισης της γερμανίδας και προφανώς πιστεύοντας ότι η γυναίκα είναι κάτι συνυφασμένο με την καλοσύνη και την τρυφερότητα και όχι με την ένοπλη βία. Το ότι συμφωνώ μαζί του, δεν σημαίνει τίποτε. Από νομική σκοπιά, ούτε καν τους δικαστές δεν ενδιαφέρει το φύλο του τρομοκράτη, αλλά απασχολεί μόνο τους αστυνομικούς στις έρευνές τους, που αναζητούν στη «γυναίκα» τη διαδραμάτιση ενός αποτελεσματικού «συνδέσμου» που ξέρει καλά να «διεκπεραιώνει» μηνύματα μεταξύ των μελών .

Είναι  υπόθεση των Γερμανών να κρίνουν αν θα πρέπει να αποφυλακιστεί η Μονχάουπτ.

Αυτό όμως που είναι υπόθεση όλων ημών των δημοκρατών κατ ουσίαν κι όχι μόνον κατ επίφαση   να συνειδητοποιήσουμε, είναι το ρηθέν υπό   Αντριάνας Φαράντα, της «ψυχής» των Ερυθρών Ταξιαρχιών:  «Ο ένοπλος αγώνας, είναι ένα καταστροφικό, σύντομο μονοπάτι, ένα διανοητικό βραχυκύκλωμα, που δεν οδηγεί πουθενά και δεν αλλάζει τίποτε».

2007, Φεβρουάριος