jump to navigation

ΚΙ ΌΜΩΣ, Ο ΖΑΚ ΕΛΕΓΕ ΑΛΗΘΕΙΑ… Μαρτίου 14, 2008

Posted by mariandr in Κοινωνία, Οικογένεια.
trackback

Xθες βράδυ ήμουν χάλια. «Χάλια» μεθερμηνευόμενο στη Μαριαννισια διάλεκτο , σημαίνει συγκερασμός αφόρητου πονοκεφάλου, αφόρητου αισθήματος πείνας και αφόρητης ανάγκης λογοθεραπείας , απλούστερα: Χρειαζόμουν απεγνωσμένα τον «κολλητό» μου.

Προτού σας πω τη συνέχεια , να επισημάνω μια στιγμή το εξής: Ο κολλητός είναι ΙΕΡΟ ΠΡΟΝΟΜΙΟ για έναν άνθρωπο και οφείλετε να τον έχετε πάντα σε εικόνισμα έναν τέτοιον άνθρωπο, εφόσον τον έχετε, και να του έχετε και μόνιμο δαφνοστέφανο σε γνώση του γεγονότος ότι ο κολλητός «κάνει κι αυτός λάθη» και «έχει κι αυτός αδυναμίες».

Πέρας της διατύπωσης του παραπάνω αξιώματος και προχωρώ: Τηλεφώνησα λοιπόν στον κολλητό μου, ο οποίος..χμ…  δεν απέρριψε την κλήση μου, χάρηκε που με άκουσε να του λέω « παιδάκο λατρεμένε ο Μποντελέρα είμαι », και περίμενα να μου πει –λογικά- « ξέρεις πως είμαι Βρυξέλλες, μήπως να πάς σπίτι να τα πούμε από κανα σταθερό καλύτερα»; (σημείωση: «μποντελέρα» είναι μυστικός κωδικός, ε, δεν μπορώ να σας τα αποκαλύψω όλα..)

Αντ αυτού  του  γνωστού διαλόγου , διαλόγου που θα μ εκανε την καραανασφάλα να σιγουρευτώ και να ηρεμήσω ότι θα του μιλούσα ΟΝΤΩΣ και αργότερα με την ησυχία μου από το σπίτι,  τον ακούω να μου λέει: «λατρεμένη μου θεά της κωμωδίας και βασίλισσα της τραγωδίας, και γω έχω χίλια δυο να σου πω, είμαι λίγο παρακατούλια  από το σπίτι σου, ήτοι, στον λατρεμένο μου πεζόδρομο της γειτονιάς σου γιατί ζητούσα απεγνωσμένα ιντερνετ καφέ. Σκόπευα να σε πάρω αύριο, αλλά μια χαρά ! Έλα στη γνωστή καφετέρια και μη σκας! Θα κλάψουμε και θα γελάσουμε όπως πάντα με μανία!»

Έμεινα κόκαλο: Δηλαδή ο Γιώργος ο παιντακός μου λεγε ότι είναι Ελλάδα, Αθήνα, στη γειτονιά μου;; Αντί να χαρώ, συγχύστηκα! Πώς τόλμησε να το κάνει χωρίς να μ ενημερώσει; Εγώ ήμουν ανέκαθεν η απρόβλεπτη ,  αυτή που, ανέκαθεν τον έκανα αθελά μου να ανησυχεί καθότι  του λεγε πχ  το πρωϊ «είμαι στην Κολοκοτρώνη, στο κέντρο της Αθήνας» και το βράδυ  τον έπαιρνα και του λεγα «να σου πω, είμαι Θεσσαλονίκη, εσύ που τυχαίνει να τη ξέρεις άριστα αυτήν την πόλη, είμαι στη Τσιμισκή, πού έχει κανα ξενοδοχείο της προκοπής εδώ κοντά να καταλύσω;» και φυσικά ο άνθρωπος έμενε εμβρόντητος ! Χώρια ότι, μόλις τολμούσε να με ρωτήσει «μα πώς βρέθηκες εκεί; Είσαι καλά, τρέχει τίποτε;» τον έπαιρνα από τα μούτρα, απαιτώντας να μου απαντήσει σε αυτό που τον ρωτούσα και τα «υπόλοιπα θα στα πω μόλις μπορέσω, το ξέρεις, πες μου τώρα αυτό που θέλω να μάθω»!  Το γεγονός λοιπόν ότι ο Γιώργος , μετά από 20 ολοστρόγγυλα χρόνια φιλίας , για πρώτη φορά σε μένα «έκανε κάτι τέτοιο», «τόλμησε» να μου κλέψει το ρόλο και τη στάση συμπεριφοράς και επιπλέον, να «μου τη βγει» με τέτοια φυσικότητα, μ έβγαλε από τα ρούχα μου! Σε δεύτερη σκέψη, ήμουν σίγουρη ότι για να έρθει Ελλάδα ο Γιώργος χωρίς να μ έχει ενημερώσει πρώτα, συνιστά ιστορικό γεγονός που κρύβει ένα δεύτερο, επίσης μεγάλης (ιστορικής)σημασίας προσωπικό του γεγονός ! Μα τι έπαθε; Ποιος τόλμησε να «κάνει κάτι» στον κολλητό μου; Είχε γούστο να τον παραιτήσανε από την άκρως σοβαρή δουλειά του , με το «σοβαρή» ως επίθετο για να υποδηλώσω αυτό: το σοβαρόν του επαγγέλματός του! Και από πλευράς αρμοδιοτήτων και από πλευράς χρημάτων!

-Πες μου μόνο μέχρι να ρθω, αν είσαι καλά, αυτό μόνο! Του είπα σχεδόν ξέπνοα, του Γιώργου του κολλητού, του αδελφικού μου φίλου που , φυσικά, έσπευσε να με καθησυχάσει (το ξερε ότι θα τον ρωτούσα) λέγοντας σχεδόν  ταυτόχρονα με την ερώτηση μου την απαντησή του: -Ναι ρε χαζό, καλά είμαι. Θα στα πω , έλα.

 

Πήγα στον πεζόδρομο. Το είχα αποφασίσει. Δεν θα του λεγα  ότι ήμουν χάλια και γιατί, θα του λεγα μόνο ότι «έχω λίγο πονοκεφαλάκο», και θα  αφιέρωνα όλη μας τη συνάντηση στο να ακούσω τον «αδελφό» να μου λέει το τι του συνέβη. Με είδε από μακριά και σηκώθηκε από την καρέκλα. Αγκαλιαστήκαμε για χρονομετρημένο ένα λεπτό. Γιατί έχει σημασία το χρονομέτρημα; Να γιατί. Μόλις ξεσμίξανε οι αγκαλιές,  το πέταξε ο άτιμος , ο γάτος, ο γνώστης, ο μύστης, ο ψυχολόγος, ο «θεός» κολλητός το αμίμητο: «Η μούρη σου μικρή  είναι χάλια , έχεις να κοιμηθείς τουλάχιστον τριήμερο, πάλι μεζουλίντ πήρες, ομόρφυνες πολύ ωστόσο, να κόψεις τη ψαλίδα στο μαλλί γιατί ξεχνάς ότι είσαι γεννημένη κοκέτα ,  βλέπω ότι επιτέλους έχεις πάρει τη ζωή στα χέρια σου, μέσα σου δεν είσαι τα χάλια του έξω σου και σε προειδοποιώ ότι αν μου πεις πως τίποτα από όλα αυτά δεν συμβαίνει κι ότι είμαι αντιφατικός, ή ότι λέω ό,τι μου κατεβαίνει, θα φύγω πάραυτα χωρίς να μου χεις πάρει λέξη για το τι μου συμβαίνει».

Η απειλή του έπιασε πάραυτα τόπο, η  έμμεση εντολή του ήταν σαφής (έπρεπε πρώτη εγώ να πω τι και γιατί έχω) αλλά, επειδή το χούϊ βγαίνει μετά τη ψυχή, τον ρώτησα, δεν άντεξα: Καλά ρε Γιώργο, τη ψαλίδα, πώς στα κομμάτια τη διέκρινες τόσο εύκολα;;;;;

Ο Γιώργος αντέδρασε επιχειρώντας την άμεση θεραπεία μου: Α, ποιος αποπειράθηκε να σου προσβάλει τη νοημοσύνη; Άρχισε να φωνάζει δήθεν ταραγμένος, μιμούμενος τη φωνή και τις κινήσεις μιας παλιάς μας δασκάλας, ξέροντας ότι θα τον ικετεύω να σταματήσει καθώς κατέρρεα ήδη από την καρέκλα λόγω παρατεταμμένου γέλιου. Πού τη θυμήθηκε την κυρία Χ…

Σοβαρευτήκαμε και του εξέθεσα το πρόβλημά μου, πρόβλημα που μου είχε στερήσει –όντως –τον ύπνο για τέσσερις και όχι τρεις μέρες(καλά, μερόνυχτα, εκεί κολλήσατε και σεις, ω αναγνώστες;) και αφορούσε το κλείσιμο ενός ιδρύματος στην ιστορία του οποίου ήμουν ανακατωμένη. Μου είπε την άποψή του, με ρώτησε, με διαφώτισε, τον φώτισα, με συμβούλεψε, ο πονοκέφαλος μου μειώθηκε, η σοκολάτα Βιενουά μου με είχε εν τω μεταξύ ζεστάνει, αδιαφορούσα για την –χρόνια-ειρωνεία του σχετικά με το ότι επέμενα να ζητώ σοκολάτα βιενουά στα γεράματα αντί να αφεθώ και μια φορά στην πέτρινη γοητεία μιας βότκας, κι ήμουν συνεπώς «εξοπλισμένη» να τον ακούσω: είχε έρθει η δική του σειρά.

Ο Γιώργος άρχισε να μιλάει ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΜΕ ΚΟΙΤΑΕΙ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ. Το γράφω με κεφαλαία, γιατί έχω σοβαρό θέμα με όσους φοβούνται ή αποφεύγουν να εστιάσουν στα μάτια του συνομιλητή τους , αλλά για να το κάνει αυτό ο Γιώργος, και μάλιστα να μην  παίρνει χαμπάρι ότι το βλέμμα του ξέπεφτε  κάπου στις πευκοβελόνες που έπεφταν από τα δέντρα του πεζοδρόμου, το θέμα ήταν άκρως σοβαρό κι ο κολλητός μου έχρηζε άμεσης βοήθειας αρχής γενομένης από αυτό: ώφειλα να  το ράψω το στόμα μου και να παλουκωθώ να τον ακούσω με υπομονή από την αρχή ως το τέλος.

«Είμαι καλά, ο «Γιώργος»  παραμένει ο Γιώργος που γνωρίζεις τα τελευταία είκοσι χρόνια της ζωής σου, αλλά , οκ, μόνο χαρούμενος δεν είμαι το τελευταίο τρίμηνο. Δεν άντεχα Βρυξέλλες, τα μάζεψα κι ήρθα…

Ήξερα ότι είχε ερωτευτεί. Μου τοχε πει και το χαμε κουβεντιάσει ακριβώς πριν τρεις μήνες. Ήξερα ότι ήταν μια υπάλληλος στην ΕΕ, ξανθιά, δυο χρόνια μικρότερη, Παριζιάνα, είχα  μιλήσει μαζί της τηλεφωνικά και «ακουγόταν» Οκ όσο Οκ μπορεί να «ακούγεται» κάποιος που δεν έχεις δει με τα μάτια σου και δεν τον έχεις ζήσει, και ήμουν πανσίγουρη , γνωρίζοντας την αισθητική του κολλητού μου ότι θαταν μια κουκλάρα. Γνωρίζοντας και τη ψυχοσύνθεσή του, ήμουν επίσης σίγουρη ότι για  να δηλώνει ο δικός μου κολλητός ερωτευμένος ,  ένας κολλητός που  είχε στη ζωή του εκατοντάδες γυναίκες στα πόδια του και δεκάδες στο κρεβάτι του , η κοπέλα θα έπρεπε να ήταν σίγουρα ξεχωριστή, επίσης, πολύ χαμηλών τόνων και οπωσδήποτε όχι «ξεκώλ». (Άντρες αναγνώστες ηρεμήστε, παρακαλώ. Ναι, κομμένη η ειρωνεία. Βεβαίως και υπάρχουν κουκλάρες μη ξεκώλ! Σιλάνς και συνεχίζω):

- «Ήταν κουκλάρα, λόου προφαϊλ, συμμαζεμένη χωρίς ναναι σεμνότυφη και ήξερε πότε ήθελα να με ηρεμεί και πότε να με ξεσηκώνει. Τα ωράριά μας πάνω κάτω ταίριαζαν και είπαμε να συζήσουμε. Μετακόμισε εκείνη σε μένα. Ξέρω, θα μου πεις ότι δεν είμαι γω αυτός που ξέρεις, αλλά , ναι, της έκανα πρόταση γάμου  στον ενάμιση μήνα γνωριμίας. Είπε ναι, ήμασταν ευτυχισμένοι, περνούσαμε ωραία, μοιραζόμασταν σχεδόν επί τρίμηνο χαρές και λύπες, ήταν νοικοκυρά, στενοχωριόταν μόνο γιατί ο αδελφός της είχε μια ατυχία στη δουλειά του και είχε κάποιο μπέρδεμα… Ήθελε να κάνουμε μωρά, ήταν καταπληκτική στο κρεββάτι και δεν την έπαιρνε ο ύπνος αν δεν ήμουν πλάϊ της. Τον θυμάσαι τον καναπέ το μαύρο που ήταν ο αγαπημένος μου και συνήθως κοιμόμουν εκεί ; Από τη μέρα που μετακόμισε η Λιζ σε μένα όχι δεν κοιμήθηκα ξανά στον καναπέ, ούτε καν έκατσα… Στο κρεββάτι μας κάναμε έρωτα, βλέπαμε τηλεόραση, μελετούσαμε παρέα, γράφαμε λίστα με τα ψώνια που θέλαμε να κάνουμε και σχεδιάζαμε πώς φανταζόμασταν μια μικρή μετατροπή στο μικρό δωμάτιο πίσω από την αποθήκη που θέλαμε να κάνουμε πριν παντρευτούμε.,,θυμάσαι μικρή, το δωμάτιο με τον βαλσαμωμένο αϊτό που μου χαν φέρει δώρο και που στεκόσουν σαν ηλίθιο με τις ώρες και τον χάζευες..»

 

Ρουφούσα τα λόγια του και αχνογέλασα στο «σαν ηλίθιο». Εγώ ήμουν «ηλίθιο» γιατί χάζευα στις Βρυξέλλες με τις ώρες κάθε φορά που πήγαινα τον βαλσαμωμένο αετό του κολλητού μου, που όμως ο κολλητός μου αποδέχθηκε ως δώρο , τον τοποθέτησε σε περίοπτη θέση και τα είχε ψάλει χοντρά στην καθαρίστρια όταν μια μέρα πήγε να τον ξεσκονίσει …ψεκάζοντας τον .. με ΑΖΑΞ –τα κάνει αόρατα!

-« Πριν δέκα μέρες ακριβώς, και ενώ η Λιζ είχε κάνει την πρώτη απόπειρα να ψάξει για νυφικό, εγώ είχα ανακοινώσει στους πανευτυχείς  δικούς μου ότι το Πάσχα ο αλήτης ο αγύρτης  ο εργένης  ο ωραίος ο μοιραίος γυιος τους θα παντρευτεί, ενώ σκόπευα να σε πάρω τηλέφωνο να συζητούσαμε αν ήθελες να γίνεις η κουμπάρα και να σου πω πού θα κάναμε το γάμο και να προωθούσαμε τα απαραίτητα χαρτιά, δέχθηκα ένα τηλεφώνημα».

Να διακόψω για να σημειώσω ότι , οκ, Μαριάννα είμαι και γω(!!!) , στο σημείο που ο Γιώργος αναφέρθηκε στους γονείς του, ψιλοδάκρυσα. Τα μάτια μου γέμισαν. Το ίδιο συνέβη και σε κείνον, αλλά για άλλους ευνόητους λόγους. Ο δικός μου ήταν πως, με τους γονείς του κολλητού μου είχα περάσει ένα λούκι και  είχα νικήσει σε έναν αγώνα. Το λούκι ήταν πως επί χρόνια, αγωνιζόμουν να τους πείσω ότι ο Γιώργος και η Μαριάννα είναι «αδέλφια» αλλά δεν θα μπορούσαν ποτέ και με τίποτα να είναι ζευγάρι, και άρα , καλά θα έκαναν να βγάλουν από το μυαλό τους το σενάριο και το όνειρο των «παιδιών που κάποτε θα δουν την αλήθεια τους» , όπως επίσης καλά θα έκαναν να πάψουν το παραμύθι «μα καλά, άρρωστα είστε; Είκοσι χρόνια μοιράζεστε χαρές και λύπες και σας τρώει η ανησυχία αν  δεν μιλήσετε μια φορά την εβδομάδα ο ένας στον άλλο και αν δε λέγεται αυτό αγάπη τότε τι λέγεται» και διάφορα τέτοια. Το λούκι τοχα περάσει και μετά μπήκα στην επίπονη διαδικασία να τους πείσω ότι «οκ, επιτέλους αποδεχθήκατε πως δεν είμαστε ερωτευμένοι, παρακαλώ αποδεχθείτε και πιστέψτε ότι ο γυιος σας θέλει να κάνει οικογένεια, δεν είναι αλήτης, ας τον βλέπετε να χει κάθε βράδυ κι από μία, μην του μπαίνετε, μη λυπάστε αυτές που είναι στο κρεββάτι του, καμία δεν έχει δει μέχρι τώρα κάτι άλλο πάνω του πλην του κορμιού και της γεμάτης τσέπης του, η γριά Μαριάννα ξέρει τι σας λέει, θα δείτε, ο Γιώργος θα ερωτευτεί την κατάλληλη και θα αποκτήσετε και εγγονάκια» και τέτοια.

Τον αγώνα αυτόν τον είχα κερδίσει τελικά, ή εν πάση περιπτώσει του είχε βάλει «τέλος» ο ερχομός της Λιζ στη ζωή του Γιώργου. Το βέβαιον είναι ότι,  από το καλοκαίρι που χε έρθει ο Γιώργος τελευταία φορά Ελλάδα έως και το τέλος του Φθινοπώρου, οι γονείς του ήταν πανήρεμοι, παρότρυναν και μένα την καημένη για πρώτη φορά να παντρευτώ (όχι τον γυιο τους) και , όταν τα Χριστούγεννα τους πήρα να ευχηθώ , ήταν «πανευτυχείς», ακριβώς όπως τοπε ο Γιώργος  και μου μιλούσαν –ευνόητο ήταν- δέκα φορές σε μία ώρα για τη «νύφη τη Γαλλίδα, αχ πότε θα ρθει να τη δούμε Μαριαννίκα».

Τι έλεγε το τηλεφώνημα  που δέχθηκε ο κολλητός μου; Ρουφήξτε μια γουλιά καφέ ή ποτό, ό,τι προτιμάτε, και διαβάστε:

_ « Ήταν από τον Ζακ.. τον θυμάσαι μικρή…»

-Αν τον θυμάμαι; Ένα κ..παιδο  ολκής, «φίλος» του κολλητού μου και συνάδελφός του, όταν ο Γιώργος με είχε βγάλει πρώτη φορά βόλτα στη Βρυξέλλα και με σύστησε στην εκεί παρέα του, ο Ζακ ήταν η πρώτη φάτσα που αντιπάθησα με το που μου πε  «καλησπέρα». Ένα εκφυλο μούτρο  γεμάτο αλαζονεία που  ήταν ανεκτός στην  «παρέα» γιατί ήταν ο ιδιοκτήτης του σπιτιού ενός μέλους της παρέας, συγχρόνως προϊστάμενος όλων στη δουλειά και γκόμενος μιας ταλαίπωρης ξαδέλφης  ενός άλλου ταλαίπωρου πλην καλοπροαίρετου «μέλους της παρέας». ( Η λέξη «παρέα» παραπέμπει γενικά σε πιο όμορφα πράγματα από αυτό που περιγράφω τώρα, αλλά, ένυγουέϊ, όταν είσαι Βρυξέλλα, Έλλην , υπάλληλος της ΕΕ και τα κεφάλια μέσα, πάλι καλά που υπάρχει έστω κι έτσι, έστω κι αυτή η παρέα…)

Ο Ζακ μου την είχε πέσει απροκάλυπτα , με την πρώτη και αδιαφορώντας για το αν οι φίλοι θα το σφύραγαν στη δικιά του. Και κυρίως: αδιάφορα για την αντίδραση του Γιώργου, ο οποίος φυσικά, αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά ότι είναι Έλληνας και άντρας, αδιαφόρησε με τη σειρά του για το ότι ο τύπος ήταν προϊστάμενός του, και τον έβαλε στη θέση του. Για να ακριβολογώ, συγκράτησε εμένα που πήγα να τη δω Αντρούτσαινα, Λένω Μπότσαρη και Μαριάννα της Γαλλίας –κοινώς πήγα να του χιμήξω με το μαρτίνι ως βασικό εργαλείο –όπλο επίθεσης-αλλά , πριν προλάβω να του το φέρω στη μούρη μαζί με το ποτήρι, του δωσε μια καταπληκτική μπουνιά ο Γιώργος, που τύφλα να χει η μπουνιά που έριξε ο Νίκολας Γκέητς  στον πανύβλακα που την έπεσε στη δική του  στο «Ατίθαση Καρδιά».

Όχι, ο Γιώργος δεν απολύθηκε τότε , ούτε καν  υπέστη καψόνια ή π..τιές στη δουλειά του κατόπιν αυτού από τον «προϊστάμενο» Ζακ, καθότι, απλά, απλούστατα, ο Ζακ ήταν τόσο πωρωμένος , που δεν είχε καν τάσεις εκδίκησης. Είχε δεχθεί τη μπουνιά με παροιμιώδη ανωτερότητα, είχε πάρει το σακάκι του ήσυχα -ήσυχα, και είχε «απλώς»  αποχωρήσει.

Ναι, τον θυμόμουν τον Ζακ , όπως  και τις άυπνες κατοπινές νύχτες μου που είχα ..φυσικά πεθάνει από τύψεις και φόβους για ενδεχόμενη απόλυση «του Γιώργου» που «αν εγώ δεν πήγαινα Βρυξέλλα, δεν θα είχε συμβεί αυτό» και τέτοια γιουνγκοαντλερικά.

-«Έπαθα πλάκα όταν μου πε, να χεις υπόψη σου φίλε Ζωρζ, ότι η Λιζ δεν είναι αυτή που νομίζεις. Το ξέρω ότι δεν με πας, ούτε εγώ σε πάω πόλύ, αλλά είσαι ΟΚ στη δουλειά και δεν θα ήθελα να σε δω να αποχωρείς εξαιτίας μιας γυναίκας (σημείωση: αγαπημένοι αναγνώστες, η Λιζ είχε στο μεταξύ μετατεθεί στην υπηρεσία του Γιώργου με δική του παρέμβαση γιατί «εκεί το Λιζάκι μου θα κουράζεται λιγότερο». Η Λιζ δούλευε ως εκ τούτου στον 7 ο όροφο και ο Γιώργος στον 2 ο, λόγω συνθηκών ωραρίου και διαφορετικών αρμοδιοτήτων ούτε καν βλέπονταν, έφευγαν όμως μαζί…)

… Δεν είσαι το μοναδικό πρόσωπο στη ζωή της , εκτός αν το ξέρεις ήδη και δεν σε νοιάζει…Και μου κλεισε το τηλέφωνο στη μούρη και καταλαβαίνεις μικρή, ο κολλητός σου τι έπαθε.. Είπα να πάω να τον βρω να τον σκίσω, μετά σκέφτηκα να τα πω όλα στη Λιζ να ξέρει με ποιον χοντρομαλάκα έχει να κανει στη δουλειά, μετά το μετάνιωσα κι είπα, γιατί να τη στεναχωρήσω τη γλύκα μου, κατέβασα κάτι ξύδια , ψιλοζαλίστηκα, την έπεσα , κι όταν ξύπνησα τα είχα ξεχάσει όλα γιατί εν τω μεταξύ είχε γυρίσει από τα ψώνια η γλύκα και είχε έρθει κατευθείαν στην κρεβατοκάμαρα να με βρει.. Ήταν η τελευταία φορά που κάναμε έρωτα…Και ήταν το τελευταίο «σαγαπώ» που ξεστόμισα»(σημείωση: αν εννοούσε «το τελευταίο σαγαπώ» που είπε στη ζωή του ή το «τελευταίο σαγαπώ» που είπε σε κείνη, όσοι είστε ψυχολόγοι, ψάξτε την απάντηση, εγώ δηλώνω ηλίθια και δεν δύναμαι)

Ήταν κι η στιγμή που γύρισε –επιτέλους- ο Γιώργος να με κοιτάξει. Συνέχισε να μιλάει, αλλά ως χείμαρρος αυτή τη φορά: Την επομένη , δεν ξέρω αν ο Θεός ή ο Σατανάς ή κάποια δύναμη μ έσπρωξαν, αλλά, τελειώνοντας τη δουλειά δέκα λεπτά νωρίτερα απ ό,τι συνήθως, και ενώ ποτέ δεν είχα ανέβει στον όροφό της, αντί να την περιμένω στο αυτοκίνητο, δεν ξέρω πώς μου ρθε και είπα να πάω στο γραφείο της. Στο διάδρομο του εβδόμου δεν  υπήρχε ψυχή και οι εννιά στους δέκα εργαζόμενους εκείνη την ώρα την είχαν κοπανήσει. Μικρή,  η Λιζ που σε είχε μαγέψει και σένα με μια φορά που σου μίλησε όλη κι όλη από το τηλέφωνο, η Λιζ που ήθελα ο μ..να ανοίξω και σπίτι μαζί της, πηδιόταν με την ανιψιά του κλητήρα ( η ανιψιά ερχόταν ως  φοιτήτρια που έκανε την πρακτική της στα γραφεία) . Μόλις άνοιξα την πόρτα του γραφείου , ήταν άφαντη αλλά άκουγα αναστεναγμούς, τοκανε με την ανιψιά του  Ντανιέλ στην τουαλέτα του γραφείου, μη στο περιγράψω περισσότερο μικρή , χέ… με…»

 

Ο Γιώργος είχε σκοτεινιάσει, εγώ αποσβολώθηκα και το τέλος της ιστορίας είναι ότι αυτό που κατάφερε ο κολλητός μου απ όλη αυτήν την ιστορία, ήταν να πάρει μια μετάθεση με περισσότερα λεφτά στη Μαδρίτη όπου μετακομίζει την άλλη εβδομάδα. Τον ρώτησα αν  μπορώ να γράψω όλη αυτή τη μ…ιστορία στο Λημέρι και μου είπε αυτολεξεί «γιατί όχι; Πού ξέρεις, μπορεί κάτι μ..σαν κι εμένα που το παίζουν έμπειροι με τις γυναίκες όπως και γω, να σε διαβάσουν, να το πάρουν σοβαρά και να μάθουν να ψιλιάζονται περισσότερο τις «χαμηλών τόνων»».

Κατόπιν όλων αυτών,

-ναι, ούτε και χθες κατόρθωσα να κοιμηθώ και δεν με βλέπω να οδηγώ απόψε το Χιροχίτο μου (αμάξι είναι αυτό) προς την εξοχή.

-ναι, η μικρά Λιζ είπε όντως «μα εγώ αγάπη μου εσένα θέλω, με την άλλη είχα απλώς μια εμπειρία»

-ναι, οι γονείς του είναι  σίγμα . καπα. Αλφα. Ταφ. Αλφα. Γιατί ο γυιος τους τους  είπε «μόνο» ότι χώρισε «έτσι ξαφνικά»

-ναι, δεν έχει σημασία τι είπα εγώ στον κολλητό μου χθες, έχετε κολλητούς , είστε κολλητοί οι ίδιοι, μπορείτε να φανταστείτε

-ναι,   ο Γιώργος είναι πολύ τυχερός που το ανακάλυψε πριν το Πάσχα

-ναι, είστε πολύ μακριά νυκτωμένοι από Ζωή αν τα σχόλιά σας εστιαστούν στο «έτσι κι αλλιώς ήταν υπερβολικά νωρίς που τη ζήτησε σε γάμο» γιατί η ουσία δεν είναι εκεί!

Η ουσία είναι, ω, αναγνώστες , πως τίποτα δεν είναι πιο σημαντικό από μια οποιαδήποτε ΚΟΙΝΟΤΥΠΗ διαπίστωση, σαν αυτή που λέει: Ω άνθρωποι, μην ξεχνάτε! Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου!

Και σεις, ω, αναγνώστες (άνδρες) μη λησμονείτε: «οι κουκλάρες» , δεν ξέρω αν  μπορεί να είναι και χαμηλών τόνων,  και καλές στο κρεββάτι, και νοικοκυρές και μελετηρές, και χαρούμενες μελλόνυμφες, δεν ξέρω αν είναι ξεκώλ, αλλά το σίγουρο, το καρατσεκαρισμένο, το επιβεβαιωμένο, πλέον, είναι πως άνετα μπορεί να είναι (και) λεσβίες!

ΥΓ  Συγγνώμη λεσβίες του κόσμου τούτου –όπως και άνδρες γκέϊ- αν διαπιστώνετε υφέρποντα Μαριαννίσιο ρατσισμό με τα γραφόμενα μου. Ποσώς μ ενδιαφέρουν οι ερωτικές επιλογές του καθενός και της καθεμιάς σας. Το θέμα είναι η υποκρισία, η ψευτιά, και το «παράλληλο παιχνίδι». Το ίδιο σιχαμερή θα μου ήταν η Λιζ αν ο Γιώργος την είχε πιάσει με ανιψιό αντί να την έχει πιάσει με ανιψιά.

Όσο για τη δική μου υποκρισία και ψευτιά  στο προκείμενο θέμα, αυτή συνίσταται , αρχίζει και τελειώνει στο ότι, η ιστορία μου είναι πέρα για πέρα αληθινή, αλλά φυσικά, τον κολλητό μου δεν τον λένε Γιώργο, την κουκλάρα δεν τη λένε Λιζ, το τέως ζευγάρι δεν εργαζόταν στις Βρυξέλλες και ο Γιώργος  δεν θα πάρει μετάθεση στη  Μαδρίτη, αλλά σε άλλο μέρος. Ναι Γιάννη, σταμάτα να ρωτάς. Ο Γιώργος θα παίρνει περισσότερα χρήματα, αλήθεια το γραψα. Ναι ρε Γιάννη, θα ξεχαστεί με άλλες. Χθες, όση ώρα μιλούσαμε, το κινητό του χτυπούσε από διάφορες «παρηγορήτρες».

Γουστάρω που είσαι τόσο σίγουρος ρε Τζόνυ πως έτσι θα συμβεί και που αυτός είναι κι ο σωστός τρόπος για να ξεχαστεί. By the way, η Κλαίρη μου πε ότι της είπε η Φωτεινή πως είδαν την αρραβωνιαστικιά σου με άλλον να φιλιούνται στην παραλιακή έξω από το Όστρια. Ήρεμα…πλάκα κάνω…