jump to navigation

KAΡΚΙΝΟΣ (μάης 2007) Απριλίου 8, 2008

Posted by mariandr in Επιστήμη, Θρησκεία, Οικογένεια, Παλαιά κείμενα του 2007.
trackback

Αύριο είναι η γιορτή της Μητέρας. Φυσικά, κανείς πατέρας δεν μπορεί να παραπονείται πως δεν υπάρχει και για εκείνον γιορτή, αφού η γιορτή του Πατέρα είναι τον Ιούνιο, απλώς δεν είναι τόσο ευρέως γνωστή όσο αυτή της μητέρας.

Όπως κάθε χρόνο, έτσι και αύριο, ο μπαμπάς μου, βλέποντας με να φιλάω τη μαμά δίνοντας –της το δωράκι της με το απαραιτήτως συνοδευτικό μπουκέτο από τριαντάφυλλα, θα «γκρινιάξει» λέγοντας πως αυτόν τον έχουν όλοι ξεχασμένο. Όπως κάθε χρόνο θα του πω «θυμωμένη» ότι «δεν δικαιούται διά να ομιλεί» διότι κανένα παιδί του δεν τον ξεχνά στη γιορτή του πατέρα, και όλα αυτά, θα γίνουν φυσικά στο πλαίσιο ενός παιχνιδιού, παιχνιδιού καθιερωμένου εδώ και χρόνια, μεταξύ εμού και του μπαμπά. Ενός παιχνιδιού που έχει τις ρίζες του στην ερώτηση που δεχόμουν από ξένους, όταν ήμουν μικρή: «Ποιον αγαπάς πιο πολύ; Τον μπαμπά σου ή τη μαμά σου;» , ερώτηση που μου προκαλούσε αγανάκτηση γιατί θεωρούσα παράλογο να μπορώ να διακρίνω σε ποσότητα και ποιότητα την αγάπη μου για τον έναν και τον άλλο γονέα. Μια ερώτηση ωστόσο που έκανε το μπαμπά κάθε φορά που με έβλεπε να ξεφυσάω από θυμό μπροστά στους ξένους , να δράττει την ευκαιρία για να με πειράζει με τη σειρά του: «μπα, δεν μας αγαπάει και τους δυο, τη μαμά της αγαπάει περισσότερο, μην την ακούτε…»

Πέρυσι, το καθιερωμένο αυτό παιχνίδι, το πατρικό πείραγμα πως μόνο τη μαμά αγαπάω και μόνο σ αυτή κάνω τριαντάφυλλα, μου φάνηκε βαρετό και ούτε καν μπήκα στον κόπο να του απαντήσω.

-« Όλο τα ίδια και τα ίδια; Ουφ….», σκέφτηκα.

Όταν όμως ο καρκίνος χτύπησε το φετινό χειμώνα την πόρτα του σπιτιού μας νεύοντας στον πατέρα μου, τότε συνειδητοποίησα πόσο ιερό και πόσο μοναδικά σημαντικό ήταν το «καθιερωμένο» πατρικό , δήθεν παραπονιάρικο πείραγμα. Έγινε ένα με το αίμα που ρέει μέσα μου η σκέψη ότι ελλόχευε ο υπαρκτός κίνδυνος , αύριο-να που φτάσαμε και στο «αύριο»- να μην ξανάκουγα πια , όπως κάθε δεύτερη Κυριακή του Μαΐου , στη γιορτή της Μητέρας, το μπαμπά να «παίζει» το ρόλο του διαμαρτυρόμενου και παραγκωνισμένου γονέα.

Φυσικά, -αλήθεια, πόσο «φυσική» ακούγεται η λέξη «φυσικά», ασχέτως του αν ζούμε και κάνουμε πάρα πολλά στην εποχή μας διαστρέφοντας την έρημη τη φύση- ήμουν υποχρεωμένη, λόγω ηλικίας, μόρφωσης, θέσης, ιδιότητας, λογικής, «κοινού νου» και λόγω διαφόρων άλλων «λόγων», να αποδεχτώ μέσα μου αυτό που ένας –ευτυχώς-παρ ολίγον συγγενής μου είπε δυο μέρες μετά την απρόσκλητη επίσκεψη του καρκίνου στο σπίτι μας: « Το φυσικό είναι να φεύγουν οι γονείς πρώτοι και εν πάση περιπτώσει, κάποτε θα έφευγαν. Είναι σκληρή αρρώστια και οδυνηρός ο τρόπος, αλλά εδώ πεθαίνουν και νεώτεροι. Άλλωστε, ακόμα και η Παναγία που είδε τον Υιό της να σταυρώνεται, δεν έκλαιγε όπως εσύ. Τι Χριστιανή είσαι;’

Δεν θα πω το αυτονόητο, ότι δηλαδή ο αγαπημένος σου άνθρωπος, δεν έχει ποτέ «ορισμένη ηλικία» για σένα. Ούτε θα πω πόσες αναμνήσεις και τι εικόνες σχετικά με το μπαμπά πέρασαν από το μυαλό μου όταν μουπαν τη λέξη «καρκίνος». Δεν απασχολεί κανέναν αναγνώστη η ζωή και η δράση του δικού μου πατέρα, «ενός ακόμη» σαν τα δισεκατομμύρια των πατεράδων πάνω στον πλανήτη, μια ζωή εν τούτοις και μια στάση ζωής, που δίδαξε εμένα, και άνευ της οποίας, όπως χρειάστηκε κάποτε να πω σε κάποιους, δεν θα είχα γίνει σήμερα ό,τι έγινα. Η εν πάση περιπτώσει, αυτό το λίγο, αυτό που ήταν «μπορετό» να γίνω.

Αυτό που ίσως θα ενδιέφερε, είναι κάποιοι προβληματισμοί και επισημάνσεις, ενδεχομένως ως απόρροια κοινών βιωμάτων μεταξύ εμού και των συγγενών πολλών καρκινοπαθών που είχα τη χαρά και την τιμή να γνωρίσω.

Ας ξεκινήσουμε λοιπόν από αυτό το υποτιθέμενα ενθαρρυντικό «τι σόϊ Χριστιανή είσαι όταν κλαις». Είμαι Ορθόδοξη και το καυχώμαι ..ταπεινά, αλλά, πρέπει να το πιστέψετε: Ο καρκίνος χτυπά και τις καλύτερες των μουσουλμανικών οικογενειών! Όταν παίζουν τα μάτια σου με πιθανότητες, βιοψίες, αιματολογικές, λεμφοκύτταρα και σύριγγες, ενώπιον του ανθρώπου σου που ,όσο και να κάθεσαι μαζί του, αισθάνεται απίστευτα μονομάχος με τον χάρο καρφωμένος στο κρεβάτι του, τότε δεν σκέφτεσαι: «πρέπει να δράσω σαν Χριστιανός ή σαν Μουσουλμάνος»;, αλλά στροβιλίζεται με απίστευτη εμμονή αν πιστεύεις σε μια οιαδήποτε θρησκεία, μοναδικό και μαζί επαναλαμβανόμενο το ίδιο αίτημα: «Κάνε Θεέ μου να ζήσει».

Δεύτερον, δεν ξέρω πόσο δάκρυ έχυσε η Παναγία ενώπιον του Εσταυρωμένου, αγνοώ ποιος το ..μέτρησε ποτέ, ξέρω όμως ότι δυο χιλιάδες χρόνια και κάτι ψιλά, δισεκατομμύρια άνθρωποι συγκινούνται και ξεσπούν στη θέα και μόνο της εικόνας του Εσταυρωμένου, περισσότερο ακόμα κι από την εικόνα και την σκέψη στην ημέρα της ίδιας της Ανάστασης.

Σχετικά τώρα με το πώς τολμά κανείς να κλαίει επειδή πεθαίνει ένας «γέρος» όταν γύρω του πεθαίνουν παιδάκια; Είναι αλήθεια πως, προχθές, που έβλεπα την «εκστρατεία αγάπης» του ΜΕΓΚΑ για να συνδράμουμε όλοι στην ανέγερση του ογκολογικού παιδικού νοσοκομείου, το ερώτημα αυτό μου ξαναρθε στο μυαλό.

Είναι αλήθεια εγωιστικό να κλαις και να παρακαλάς το Θεό να ζήσει ο πατέρας σου όταν δίπλα του και γύρω σου πεθαίνουν παιδιά από καρκίνο. Αλλά, θυμάμαι , όταν , στο ίδιο διάστημα που είχε αρρωστήσει ο πατέρας μου, αρρώστησε και ο πατέρας του ανθρώπου που είχε στέρξει να μου κάνει την «ορθο-λογική» ..επισήμανση: Θυμάμαι πόσο πανικόβλητος ήταν όταν «του αποκάλυψαν» ότι στον μπαμπά του είχε διαγνωστεί ολίγη…ουρία! , και μάλιστα, θυμάμαι πόσο εντύπωση μου προξένησε η μυστικότητα με την οποία ντύθηκε και σημαιοστολίστηκε το όλο γεγονός, αφού, δεν θα έπρεπε να μαθευτεί αυτό το τρομερό….

Όχι, ούτε ειρωνεύομαι, ούτε κακία βγάζω. Η τουλάχιστον, δεν είναι αυτή η πρόθεσή μου. Όταν είσαι άνθρωπος , με όλα τα ελαττώματα ενός ανθρώπου, πλην, φυσιολογικός άνθρωπος , χωρίς τουλάχιστον ιδιαίτερες «ψυχοκοινωνικές αποκλίσεις από το μέσο όρο», και όταν έχεις πάρει μερτικό από τον ανθρώπινο πόνο, τότε δεν χωράει χαιρεκακία στο άκουσμα του πόνου του άλλου και του πανικού του, αφού ο πόνος δεν είναι μετρήσιμη έννοια, αλλά βαθιά υποκειμενική στον καθένα. Μόνο που βέβαια, ακριβώς επειδή δεν είναι μετρήσιμη, θα έπρεπε να είναι πιο σεβαστή από μερικούς συνανθρώπους μας. Για την έννοια του πόνου μιλάω. Αυτήν τη μυστήρια, υποψήφια ερωμένη και όχι αναγκαστικά σύζυγο του μυστηρίου του θανάτου έννοια…

Ο μπαμπάς μου ζει. Από την ημέρα που βγήκε από το νοσοκομείο, παρατήρησα δύο πράγματα. Το ένα είναι πως εκείνος δεν είπε το σύνηθες πλέον «νίκησα τον καρκίνο». Το δεύτερο είναι πως , στη συνέχεια , εκείνος πήγε ξανά στο νοσοκομείο για διάφορους λόγους , χωρίς να αισθανθεί φόβο ή αποστροφή, σε αντίθεση με μένα που αρνούμαι ακόμα να περάσω απέξω από το συγκεκριμένο κτίριο. Ή τουλάχιστον, όταν στρέφω το κεφάλι και το βλέμμα μου, είμαι ανήμπορη να συγκρατηθώ και να μη δακρύσω.

Ως προς το πρώτο, το περί νίκης του καρκίνου δηλαδή, νομίζω πως κανείς ποτέ δεν νικά καμία αρρώστια. Είναι άλλο πράγμα η δύναμη της θέλησης, η αισιοδοξία, η αγωνιστική φύση ενός ασθενή, τα νέα φάρμακα και η προληπτική αγωγή ή οι καλοί γιατροί, και εντελώς άλλο το μυστήριο της θεϊκής βούλησης και η ιδιαιτερότητα του κάθε ανθρώπινου οργανισμού. Δεν έχει νικήσει κανένα καρκίνο ο πατέρας μου μόνο και μόνο γιατί ζει, αντίθετα, ο Θεός –ανεξέλεγκτες ακόμα βιολογικές διεργασίες ας το ονομάσουν άλλοι, δεν αντιδικώ ούτε αποπειρώμαι να αποδείξω κάτι πλην να θέσω ερωτήματα- τον άφησε να ζήσει για λόγους που Εκείνος γνωρίζει. Όσο για την καραμέλα που όλοι οι «σοφοί» βαπτίζοντες εαυτούς ιατρούς πιπιλίζουν, ότι δηλαδή «οι καρκινοπαθείς σε μεγάλη ηλικία αργούν να πεθάνουν γιατί τα λεμφοκύτταρα δεν αναπαράγονται με την ταχύτητα που αναπαράγονται στους νέους», ξέρω πια και γω να την αγοράζω σε χιλιάδες μασουράκια, σε τιμή χονδρικής, να τη μοσχοπουλάω και να την πιπιλίζω και γω με περισσή ικανότητα και χαρά. Γιατί απλούστατα, είδα πρεσβύτες να πεθαίνουν από την ίδια ασθένεια ενώ είχαν πολύ μεγαλύτερες «επιστημονικά» πιθανότητες να ζήσουν από το μπαμπά μου.

Το ζητούμενο και η ουσία ήταν το πώς, αν και σε τι «μετάλλαξε» τον μπαμπά μου τον «Αντρούτσο» αυτή του η δοκιμασία, με άλλα λόγια, το ζητούμενο είναι το γιατί έπρεπε να περάσει ο κάθε μπαμπάς μου, ο κάθε καρκινοπαθής και γενικώς ο κάθε πάσχων από μια σοβαρή ή ανίατη ασθένεια αυτό το «λούκι». Ποιο είναι το νόημα όλης αυτής της πάλης με το θάνατο, και γιατί έπρεπε να συμβεί αυτό φέτος κι όχι πέρυσι ή πρόπερσι ή να μη συμβεί ποτέ. Γιατί βιώνει με τόση οδύνη ο άνθρωπος το μυστήριο της ζωής και του θανάτου και κυρίως: Ποιος είναι ο στόχος για τον ασθενή και τους οικείους του, ασχέτως του αν τελικά επέλθει ο θάνατος; «Νίκησα τον καρκίνο» σημαίνει πήρα παράταση ζωής για να ζήσω κι αυτό το καλοκαίρι; Σημαίνει ότι ιάθηκε το κορμί μου και ελέγχω ξανά τη ζωή μου προγραμματίζοντας το κάθε τι;

Έγραψα πιο πάνω ότι ο μπαμπάς επέστρεψε πολλές φορές στο νοσοκομείο από τότε, αλλά πάντα με το χαμόγελο στα χείλη. Αντίθετα, η αφεντιά μου ούτε να γυρίσει να κοιτάξει απέξω την πρόσοψη του νοσοκομείου δεν δύναται. Φαίνεται πως εχω πολλές δοκιμασίες να περάσω ακόμα και πολλά δάκρυα να χύσω για αγαπημένους μου ανθρώπους, μέχρι να μπορώ να περνάω από το ίδιο νοσοκομείο και να μπαίνω και μέσα. Να μπορώ να αποδέχομαι ότι ο καρκίνος θα μου φάνταζε λιγότερο εχθρός, αν ο εγωισμός μου μου επέτρεπε,αντί να πιστεύω πως ο άνθρωπος ορίζει τη ζωή του και την ελέγχει, να πιστεύω πως το σύμπαν το συνέχει Άλλος. Αν, αντί να ξορκίζω το θάνατο , συμβιβαζόμουν μαζί του αποδεχόμενη ότι η ζωή συνεχίζεται κα μετά από μένα παρ ότι εγώ γεννώ τη ζωή, τον άλλο άνθρωπο. Και φαίνεται πως , την επίσκεψη- του ο καρκίνος προτίμησε να την κάνει στον πατέρα μου γιατί εκείνος ήταν άξιος να τον αντιμετωπίσει. Ήταν ο δυνατός και ο πραγματικά υγιής. Είναι , βλέπετε, απόλυτη πεποίθηση μου πλέον, πως ο Θεός δίνει στον καθένα μας τη δοκιμασία που μπορεί να αντέξει, ή που ανακαλύπτει –‘μεταλασσόμενος’ ότι μπορεί να αντέξει.

Η αντοχή όμως, δεν είναι σε καμία περίπτωση νίκη έναντι οιασδήποτε ασθένειας. Νίκη θα σήμαινε με ορθολογικά κριτήρια, θεραπεία των ανίατων ασθενειών. Αντοχή σημαίνει αποδοχή αυτού που συμβαίνει στη ζωή μας και προϋποθέτει καλοσύνη και πίστη σε κάποιες σταθερές , παντελώς άσχετες με το αν η πίεση του ασθενούς είναι χαμηλή ή υψηλή, με το αν το δοκιμαστικό φάρμακο έφτασε έγκαιρα ή αργά, με το αν υπάρχει ή όχι μετάσταση.

Κατά τα λοιπά, έχω δει, όχι μια φορά, παιδιά –αγγελούδια που αργοπεθαίνουν από καρκίνο. Μόνο που η τραγικότητα του φαινομένου, δεν είναι στα δικά μου μάτια –πια- μεγαλύτερη λόγω του μικρού της ηλικίας τους ή λόγω της παγερής όσο κι ο ψύκτης λέξης «καρκίνος» απ΄ο, τι θα ήταν αν τα ίδια αυτά παιδιά πέθαιναν από μια οιαδήποτε άλλη ασθένεια. Ο θάνατος του αδελφού μου και η επιστροφή από το θάνατο του πατέρα μου, αρκούν για να είμαι πια τόσο «πορωμένη» ώστε να μην εξαρτάται η ευαισθητοποίηση μου και ο βαθμός αυτής της ευαισθησίας για τους ασθενείς από την ηλικία ή από το όνομα της ασθένειας. «Βοηθάω και συμπαραστέκομαι» στα παιδιά με καρκίνο είναι αναντίρρητα το ένα βήμα. Το επόμενο είναι , ο κάθε «εγώ» να είμαι «εκεί» για τον πάσχοντα συνάνθρωπό μου, αδιάκριτα από το φασιστικό και εξώφθαλμα μίζερο και εγωιστικό κριτήριο της εθνικής καταγωγής, της προσωπικής ανατροφής, της ηλικίας και του φύλου του ανθρώπου που τον πολιορκεί ασίγαστος και σαρωτικός, ο Πόνος…

Εν πάση περιπτώσει, αύριο είναι η γιορτή της Μητέρας, και , ειδικά αύριο, μέρα Μαγιού και μέρα με ήλιο μετά από ένα κατασκότεινο χειμώνα, το σίγουρο είναι ένα: Πώς δεν θα μου ηχήσει κανένα πατρικό πείραγμα περί παραγκωνισμού των πατεράδων από τις ανελέητες μαμάδες ως «καθιερωμένο’ παιχνίδι και «βαρετό». Αντίθετα, μετράω τις ώρες μέχρι να το ξαναζήσω.

Για όσους δε, σπεύσουν να μου καταλογίσουν ασίγαστο έρωτα μεταξύ μπαμπά ΄και κόρης, τους συγχωρώ για το επιπόλαιο χιούμορ τους, αφού πρώτα τους θυμίσω: Η δικιά τους η μάνα, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι σαν την αξεπέραστα όμορφη, καλή και μοναδική, δική μου μάνα! Γιατί, «φυσικά», τη μαμά μου δεν την αλλάζω!

Κι αν τέλος, κάποιοι , μετά την ανάγνωση αυτού του σαββατιάτικου «Απογευματινού» κειμένου, μου καταλογίσουν άμετρο συναισθηματισμό, ας είναι καλά! Θα περίμενα πάντως με τη Λογική τους να σκεφτούν, πως κάθε γιορτή, πολύ περισσότερο αυτή της Μάνας, κρύβει πολύ, μα πάρα πολύ συναίσθημα, με πρώτο στη λίστα , αυτό της Αγάπης! Και να αναρωτηθούν, αν ειλικρινά πιστεύουν ότι η ζωή τους, η όποια ζωή τους, είναι περισσότερο αποτέλεσμα της χρήσης της λογικής τους ή του συν-αισθήματος. Αυτό το συναίσθημα πάντως, έκανε ένα καρκινοπαθή πριν τρία χρόνια να γίνει πατέρας. Αναφέρομαι στην περίπτωση του Βρετανού που προσβλήθηκε από καρκίνο των όρχεων στα 17 του και που , πριν υποβληθεί σε χημειοθεραπείες, του κατεψύχη σπέρμα. Μετά από 21 χρόνια κατάψυξης, όταν η επιστήμη τον έλεγε τρελλό που πίστευε ότι θα μπορούσε ακόμα να τεκνοποιήσει αφού «λογικά», μετά τα δέκα χρόνια το κατεψυγμένο σπέρμα πάει για πέταμα, ο άνδρας αυτός έγινε μπαμπάς. Εκτός αν ψεύδεται η Ελίζαμπεθ Πις, του Τμήματος Αναπαραγωγικής Ιατρικής του Νοσοκομείου Μαντσεστερ της Βρετανίας…

ΥΓ. Χρόνια Πολλά Μάνα!