jump to navigation

ΣΙΝΟΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΚΑΙ Η ΟΡΙΟΘΕΤΗΣΗ ΤΗΣ ΣΙΝΟΦΟΒΙΑΣ ΣΤΗ ΔΙΕΘΝΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ Μαΐου 19, 2008

Posted by mariandr in DIETHNIS POLITIKI, PAGOSMIOPOIISI, Παλαιά κείμενα του 2007.
trackback

Της: ΜΑΡΙΑΝΝΑΣ ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΥ****

Το 1840, με τον τερματισμό του πρώτου πολέμου του οπίου και την κυριαρχία της Βρετανίας στην κινεζική αγορά, οι Κινέζοι της Αμερικής δεν μπορούσαν να υποστηρίξουν με θέρμη ότι περνούσαν και πολύ καλά. Κι αυτό γιατί η αμερικανική οικονομία άρχισε να εξασθενεί, με αποτέλεσμα οι εις βάρος τους ρατσιστικές διακρίσεις να μεγαλώνουν. Οι διακρίσεις εντείνονταν ακόμα περισσότερο, καθώς η πολιτικοκοινωνική ελίτ της χώρας παρατηρούσε αυτόν ακριβώς το ευρωπαϊκό (υπό βρετανική παντιέρα) μονοπώλιο στην αχανή αγορά της κινεζικής αυτοκρατορίας.

Η σινοφοβία, όρος που κατά την εποχή εκείνη ήταν γνωστός ως «ο κίτρινος κίνδυνος», οδήγησε σε μια ιδιαίτερα σκληρή αντικινεζική νομοθεσία: οι Κινέζοι των ΗΠΑ , που πρωτομπήκαν στη χώρα ως χρυσοθήρες στην Καλιφόρνια (και αργότερα εξελίχθηκαν και σε πετυχημένους ιχθυοκαλλιεργητές και ιχθυεμπόρους όπως και … σε καθαριστές ρούχων και πετυχημένους κηπουρούς) δεν μπορούσαν να καταθέσουν ενώπιον δικαστηρίου, απαγορευόταν να εργαστούν σε δημόσιες υπηρεσίες, να παντρευτούν μη Κινέζα, να ψηφίσουν. Το αποκορύφωμα της σινοφοβίας αυτής, ήταν το 1877, όταν ο Ντένις Κίρνεϋ συνέστησε το «Εργατικό Κόμμα» υπό το σύνθημα: «Οι Κινέζοι πρέπει να φύγουν». Αποτέλεσμα; Λεηλασίες και πυρπολισμοί των μικρομάγαζων των Κινέζων, που έπρεπε να περιμένουν είκοσι χρόνια , να έρθει δηλαδή το 1900 για να ζήσουν τη μεταστροφή της αμερικανικής μεταναστευτικής πολιτικής. Τι συνέβη τότε;

Η «σωτήρια» διπλωματική αρχή

Οι ΗΠΑ, υιοθέτησαν την αρχή της ανοικτής διπλωματίας, αρχή που οδήγησε σε αθρόα μετανάστευση ευρωπαίων εργατών. Η ίδια αρχή, έκανε κάθε Αμερικανό που υποδεχόταν Κινέζο μετανάστη στο έδαφος των ΗΠΑ να λέει «Wellcome». To «καλωσήρθατε» σχετιζόταν με την απόφαση της αμερικανικής κυβέρνησης να πραγματοποιήσει το στόχο για τον οποίον περίμενε από το 1840: Να σπάσει το ευρωπαϊκό και ιαπωνικό μονοπώλιο στις αγορές της Κίνας, πράγμα που τελικά κατόρθωσε. Σε αυτό βεβαίως συνέβαλε και η αντιδυτική εξέγερση των Μπόξερ, αφού , προκειμένου αυτή να καταπνιγεί, αμερικανικά και ευρωπαϊκά στρατεύματα εστάλησαν για να την καταστείλουν και λίγο αργότερα, το «παλιό κινεζικό αυτοκρατορικό καθεστώς», κατέρρευσε με την ανακήρυξη της «δημοκρατίας της Κίνας» υπό την ηγεσία του Σουν Γιατ Σεν (1911).

Παρ όλα αυτά, η καθημερινότητα της κινεζικής κοινότητας στην Αμερική στιγματιζόταν από την απουσία διασφάλισης κοινωνικών δικαιωμάτων.

«Ανάσα» για τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα των Κινέζων, θα ερχόταν μόνο αν η κινεζική κοινότητα της Αμερικής γινόταν με θαυματουργό τρόπο αποδεκτή από την αμερικανική κοινωνία. Αυτή η ανάσα, ήρθε μόνο με τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και την ιαπωνική επίθεση στο Περλ Χάρμπορ. Οι κινέζοι,όχι απλώς πολέμησαν στο πλευρό των αμερικανών φορώντας την ίδια στρατιωτική στολή, αλλά πολέμησαν και με πάθος. Κατόπιν, ο Ρούζβελτ , κατήργησε όλους τους περιοριστικούς για τους κινέζους νόμους, με αποτέλεσμα, στη ψυχροπολεμική περίοδο, και παρά το γεγονός ότι οι σινοαμερικανικές διπλωματικές σχέσεις είχαν διακοπεί, η κινεζική κοινότητα ,όχι μόνο να ανθήσει οικονομικά, αλλά και να ανεβάσει το πολιτικό και επιστημονικό της επίπεδο, ενσωματούμενη στην αμερικανική κοινωνία και συμβάλλοντας στην συνολική πρόοδο του αμερικανικού έθνους. Ουσιαστικά, η κινεζική κοινότητα, «εξαμερικανίστηκε».

Όλα αυτά βέβαια, δεν οδηγούν στο συμπέρασμα πως τα αντικινεζικά αισθήματα εξαλείφθηκαν μονομιάς, χάρη δηλαδή στην υπογραφή του Ρούζβελτ. Η καχυποψία των μεσαίων αμερικανικών κοινωνικών στρωμάτων ήταν φανερή. Η ειρωνεία είναι ότι ο μοναδικός δημοσιογράφος που μπόρεσε να πάρει συνέντευξη από τον Μαο Τσε Τουγκ το 1964 ήταν αμερικανός, ο Έντγκαρ Σνόου, ο ίδιος που νωρίτερα, το 1937, έχοντας ήδη ζήσει με τους κομμουνιστές επαναστάτες στη βάση τους Γιανάν, και καταγράφοντας στιγμές της «μεγάλης πορείας», κυκλοφόρησε το «Ερυθρός Αστέρας πάνω από την Κίνα», παρουσιάζοντας στον δυτικό κόσμο τη «νέα Κίνα». Ως το 1972 που πέθανε, ο Σνόου ήταν ο μοναδικός αμερικανός που αγαπούσε πραγματικά το κινεζικό κομμουνιστικό κόμμα. Το «άνοιγμα προς την Κίνα, ήρθε την ίδια χρονιά με την ιστορική επίσκεψη του Προέδρου Νίξον.

Η ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΠΙΝΓΚ ΠΟΝΓΚ ΚΑΙ Ο ΚΙΣΣΙΝΓΚΕΡ

Ένα χρόνο νωρίτερα, το 1971, «οι κίτρινοι» είχαν εισβάλει στα αμερικανικά σπίτια διά της τηλεόρασης και διά του περιοδικού Τάϊμ. Η αμερικανική κοινή γνώμη ενημερωνόταν ότι « η εθνική ομάδα επιτραπέζιας αντισφαίρισης των ΗΠΑ επισκέπτεται την Κίνα προσκεκλημένη της κινεζικής κυβέρνησης» Ήταν η πρώτη επίσκεψη Αμερικανών αθλητών στην Λαϊκή Κίνα από το 1951 και ο μέσος αμερικανός πολίτης στεκόταν με έντονο ενδιαφέρον στο ότι ένα «παιχνίδι» στηνόταν ξαφνικά μεταξύ των «φιλελευθέρων αμερικανών» και των «κομμουνιστών κινέζων».

Η πρόσκληση δόθηκε τέσσερις ημέρες πριν (6/4) την τελευταία ημέρα του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος Επιτραπέζιας Αντισφαίρισης στη Ναγκόγια της Ιαπωνίας. Το περιοδικό TIME κυκλοφόρησε στις 20/4 με εξώφυλλο τον Πρόεδρο Νίξον και τον Μάο Τσε Τουνγκ να παίζουν πινγκ-πονγκ και στις 26/4 ο Νίξον εισηγήθηκε ε την είσοδο της Κίνας στον ΟΗΕ. Πίσω απ αυτά, κρυβόταν ο «μαγος της Διπλωματίας», Χένρι Κίσσινγκερ, που αποκλήθηκε και «εισηγητής της διπλωματίας του πιγκ πονγκ».

Η σινοφοβία όμως,ποτέ δεν έπαψε. Ποιος δεν θυμάται την ταινία «Η χρονιά του Δράκου», στην οποία έπαιξε το 1985 ο Μίκυ Ρουρκ, όπου υποδύθηκε τον αστυνομικό που πάταξε τα εγκλήματα της συμμορίας της Τριάδας στην Chinatown; Η ταινία προκάλεσε αναταραχή στην αμερικανοκινεζική κοινότητα, που κατηγόρησε το Χόλυγουντ και την κυβέρνηση για αναπαραγωγή στερεοτύπων ενάντια στην ευημερία της κινεζικής κοινωνίας. Η ταινία δεν κατάφερε να πραγματευτεί την επίκαιρη μορφή σινοφοβίας, δηλαδή ζητήματα οργανωμένου εγκλήματος, φυλετισμού και διακρίσεων με επιτυχία. Η αποτυχία αυτή ήταν τόσο έκδηλη, που το σενάριο του έργου προτάθηκε για «βραβείο βατόμουρου», όπως λέγονται ο έπαινοι που δίνονται για τις…χειρότερες ταινίες στις ΗΠΑ.

Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΟΠΤΙΚΗ ΣΤΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΠΕΚΙΝΟΥ _ΟΥΑΣΙΓΚΤΟΝ ΚΑΙ ΤΑ «ΑΓΚΑΘΙΑ» ΓΙΑ ΤΑ ΔΥΟ ΚΡΑΤΗ

Στο 2007, φυσικά δεν μπορεί κανείς να ισχυριστεί πως η αμερικανοκινεζική κοινότητα βάλλεται από αμερικανούς ρατσιστές. Ωστόσο, με αφορμή την ταχύτατη οικονομική ανάπτυξη της Κίνας και τις παγκόσμιες πολιτικές και οικονομικές ανακατατάξεις στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης, ο φόβος μιας υπέρμετρης κινεζικής ισχύος αρχίζει να ξαναχτυπά. Οι σινοαμερικανικές σχέσεις, δείχνουν ότι η θεραπεία αυτής της φοβίας είναι δύσκολη. Όμως, ίσως να δείχνουν ότι η φοβία, είναι πλέον αμοιβαία, ότι, έχουν και οι «κίτρινοι» τα δικά τους άγχη, άμεσα ή έμμεσα σχετιζόμενα με τις ΗΠΑ και την υπόλοιπη Δύση.

Καταρχάς, η αμερικανική οικονομία, παρουσιάζει διόγκωση στο εξωτερικό της έλλειμμα. Οι ΗΠΑ ζητούν ανατίμηση του γουάν, και , πιο διακριτικά, «προτείνουν» παράλληλα απελευθέρωση της αγοράς του κινεζικού χρηματοπιστωτικού τομέα. Σε αυτά τα δύο όμως, η Κίνα κωφεύει. Τι φοβάται εκείνη με τη σειρά της; Πως θα βρεθεί σε αδιέξοδο, επειδή, από τη μία η οικονομική της ανάπτυξη είναι τέτοια και τόση ώστε να μπορεί άνετα να δίνει δουλειά στα εκατομμύρια των φτωχών εσωτερικών μεταναστών, από την άλλη όμως, αυτή η ίδια η ταχύτητα της ανάπτυξης…κάνει τζιζ! Υπερθερμαίνεται επικίνδυνα, ενώ, παράλληλα με την υπερθέρμανση, «ζεσταίνονται» –εφόσον προχωρήσει η κινεζική ηγεσία σε οικονομικές μεταρρυθμίσεις- και οι προϋποθέσεις για μία πολιτική αναθεώρηση που ίσως να οδηγούσε σε ..επανάσταση. Περιττό βέβαια να ειπωθεί ότι μια πολιτική κινεζική επανάσταση θα ήταν το ιστορικό γεγονός του 21ου αιώνα και θα συνεπαγόταν την εξάλειψη της σινοφοβίας διά παντός και τη διατήρηση –της μόνο ως λήμματος στα λεξικά…

Στο εσωτερικό των ΗΠΑ από την άλλη, εξακολουθούν να προτείνονται από τους συμβούλους δύο διαφορετικών προσεγγίσεων πολιτικές στο Λευκό Οίκο: Από τη μία είναι οι «αντικινέζοι» σαν τον καθηγητή Τζον Μερσάϊμερ, που επιμένουν στην ανάγκη αποσόβησης της περαιτέρω κινεζικής ισχύος για να μην γίνει (κι επισήμως) η Κίνα η «ανταγωνιστική υπερδύναμη» και συνεπώς προτείνουν τον παντοιότροπο περιορισμό της διασποράς κινεζικών προϊόντων, από την άλλη είναι οι πιο «φιλικοί». Αυτοί προτείνουν μια αμερικανική φιλική προσέγγιση που θα φλερτάρει συνεχώς με την ιδέα της άφεσης της ένταξης της Κίνας στο σύστημα των διεθνών αγορών, ώστε , μαζί με την ένταξη-της, να επιτευχθεί αργά ή γρήγορα και η κινεζική αποδοχή των κανόνων αυτού του συστήματος.

Βεβαίως , η οικονομία είναι το κύριο συστατικό που προκαλεί το φόβο «του κίτρινο γίγαντα» και ο φόβος αυτός δεν είναι μόνον αμερικανικός, αλλά και ευρωπαϊκός. Η γενικότερη πορεία όμως των σινοαμερικανικών σχέσεων, αφορά (και)άλλα ζητήματα: Η στάση της Κίνας στο ζήτημα των πυρηνικών της Βόρειας Κορέας και το κραυγαλέο «πάθος» της να βελτιώσει τις οικονομικές σχέσεις της με τις ΗΠΑ, ενοχλεί τις ΗΠΑ που έχουν ανοικτά εκφράσει την επιθυμία τους να λάβει η Κίνα αυστηρότερα μέτρα κατά των δύο αυτών κρατών-παριών. Από την άλλη, και οι ΗΠΑ, αντιλαμβάνονται ότι η στάση της Κίνας στα δύο αυτά θέματα, είναι λογικοφανής, αφού, η μεν Βόρεια Κορέα είναι «γειτόνισσα» της Κίνας, το δε Ιράν είναι η κατεξοχήν χώρα που ανταποκρίνεται στις ενεργειακές ανάγκες της Κίνας.

ΕΝΑ ΑΓΚΑΘΙ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ

Άλλο «αγκάθι» στις σινοαμερικανικές σχέσεις είναι το θέμα του Ταϊβάν, που, όσο κι αν δείχνει ξεχασμένο, όμως δεν είναι: η Ταϊβάν είναι, υπό μία αρκετά ευρεία έννοια, μια αμερικανική βάση των ΗΠΑ στον Ειρηνικό,αφού η αμερικανική αμυντική στήριξη στην περιοχή αυτή, συνιστά κάτι παραπάνω από εργαλείο διατήρησης της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην Ανατολική Ασία. Η Κίνα , ως γνωστόν, εξακολουθεί να θεωρεί την Ταϊβάν τμήμα του έθνους της, κομμάτι της εδαφικής της επικράτειας.

Αν όμως το ζήτημα της Ταϊβάν είναι για πολλούς στη Δύση ξεχασμένο μεν γνωστό δε, δεν συμβαίνει το ίδιο με το ισλαμικό αγκάθι που έχουν οι Κινέζοι. Για το αγκάθι αυτό, μεγάλο μέρος της δυτικής κοινής γνώμης δεν είναι ενημερωμένο.

Πρόκειται για το αγκάθι αυτό που κάνει την κομμουνιστική Κίνα σήμερα να είναι θερμή υποστηρίκτρια της αμερικανικής/συμμαχικής εισβολής στο Αφγανιστάν.

Συγκεκριμένα: η Κίνα , έχει αρκετές μουσουλμανικές επαρχίες, ένας από τους βασικούς λόγους που την οδήγησε στην προώθηση της γνωστής Συνεργασίας της Σαγκάης.Ο οργανισμός αυτός, με μέλη την Κίνα, τη Ρωσία και τις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες, είναι μεν γνωστός πλέον στους πολίτες της Δύσης, διαφεύγει όμως της προσοχής η βασική αιτία σύστασης –του:η από κοινού αντιμετώπιση του ισλαμικού εξτρεμισμού, ενδεχομένου που έτσι κι αλλιώς βασανίζει τη Ρωσία και που η Κίνα των δισεκατομμυρίών κατοίκων που ζουν στην αχανή της επικράτεια, δεν θα ήθελε να δει να μεταλλάσσεται σε πραγματικό φαινόμενο στην κεντρική Ασία.

Φυσικά, ακόμα κι οι πιο έγκυροι αναλυτές σε ασιατικά και ευρασιατικά θέματα, δεν μπορούν να προεξοφλήσουν την εσωτερική πορεία της Κίνας, αλλά και το αν τελικά θα βαθύνει ή θα ελαττωθούν οι διαφωνίες της με τις ΗΠΑ. Οι τελευταίες , τουλάχιστον προς το παρόν επαναπαύονται ότι το υπάρχον παγκόσμιο σύστημα κατανομής δυνάμεων και ισορροπιών, δεν θα αλλάξει λόγω της οικονομικής ανάπτυξης της Κίνας και των συνεπειών που η ανάπτυξη αυτή φέρει, αφού υπάρχει πάντα η Ινδία για να συντηρεί το περίφημο «υποσύστημα ισορροπιών» στον Ειρηνικό.

Παρ όλα αυτά, ο πολιτικός ο οποίος στο παρελθόν προώθησε την διπλωματία του πιγκ πονγκ και δήλωσε ότι η «ανάδυση της Κίνας ως υπερδύναμης είναι σημαντικότερη από την ενοποίηση της Γερμανίας (το 19ο αιώνα) και τη γαλλική επανάσταση. Και αυτό γιατί μεταφέρει το κέντρο βάρους της διεθνούς πολιτικής από τον Ατλαντικό στον Ειρηνικό», ο Χένρυ Κίσσινγκερ, προειδοποιεί το Κογκρέσο ότι θα πρέπει «να διατηρήσει την παραδοσιακή αμερικανική αντίθεση σε κάθε ηγεμονική επιδίωξη που αναπτύσσεται στην Ασία».

“Απογευματινή”, Σεπτέμβριος 2007

Σχόλια»

No comments yet — be the first.