Μια είναι η λύση: ΩΤΑΣΠΙΔΕΣ Ιουνίου 8, 2008
Posted by mariandr in PAGOSMIOPOIISI, Κοινωνία, Παλαιά κείμενα του 2006.trackback
Της: ΜΑΡΙΑΝΝΑΣ ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΥ*
Η δίκη του γνωστού αρνητή του Ολοκαυτώματος , Bρετανού συγγραφέα Ντέϊβιντ Ίρβινγκ , θα διεξαχθεί στη Βιέννη στις 20 Φεβρουαρίου, και , καθώς οι μέρες πλησιάζουν, «φουντώνει» ολοένα και περισσότερο μία αντιπαράθεση μεταξύ των ευρωπαίων διανοουμένων σχετικά με την ελευθερία του λόγου. Κοινωνιολόγοι όπως ο Κρίστιαν Φλεκ, ο Λόρδος Ντάχρεντορφ, ακόμα και αριστερών ιδεολογικών καταβολών επιστήμονες, διαμαρτύρονται για «την ποινικοποίηση των ιδεολογικοπολιτικών θέσεων του ατόμου, η έκφραση των οποίων είναι αναφαίρετο δημοκρατικό δικαίωμα, ακόμα κι αν αναφερόμαστε στην περίπτωση Ίρβινγκ».
Ακόμα και η γερμανοεβραία Ιστορικός Ντέμπορα Λίμπσταντ, που πρώτη τον αποκάλεσε επισήμως «αρνητή του Ολοκαυτώματος» και εναντίον της οποίας ο Ίρβινγκ είχε υποβάλει μήνυση για συκοφαντική δυσφήμιση, φέρεται να δήλωσε «αφήστε τον ελεύθερο. Δεν επιθυμώ να τον δω μια μέρα να τον αποκαλούν μάρτυρα υπέρ της ελευθερίας του λόγου».
Παραβιάζεται λοιπόν η Δημοκρατία και η πεμπτουσία της, όταν εκείνη αρνείται σε πολίτη να μιλάει ελεύθερα, ακόμα κι αν αυτά που λέει υποσκάπτουν αργά αλλά μεθοδικά αυτά τα ίδια τα δημοκρατικά θεμέλια;
Το ερώτημα , εκτός από πολιτικό, είναι και φιλοσοφικό, αλλά ας ξεκινήσουμε από τα δεδομένα: ποιος είναι ακριβώς ο Ίρβινγκ με ποια ακριβώς κατηγορία προσάγεται σε δίκη και ποιος είναι ο «κόσμος» του;
Γεννημένος το 1938 στο Έσσεξ της Αγγλίας, ο Ίρβινγκ είναι σήμερα –αναντίρρητα –γνωστός, ως ο συγγραφέας βιβλίων που έγιναν –ομολογουμένως- μπεστ σέλερ όπως : «Η καταστροφή της Δρέσδης» (1963) «Ο πόλεμος του Χίτλερ» και άλλων. Σημειώνεται πως , στη μεν «καταστροφή της Δρέσδης», ο παρουσιαζόμενος αρχικά από τους εκδότες του ως «ενδιαφέρων» και «ρεβιζιονιστής ιστορικός» Ίρβινγκ, παρουσιάζει το βομβαρδισμό της πόλης ως έγκλημα πολέμου ίσης βαρύτητας με αυτό του Ολοκαυτώματος, στον δε «πόλεμο του Χίτλερ», παρουσιάζει το Χίτλερ «και με καλές πλευρές, και κυρίως, ως τον ηγέτη που αγνοούσε πως το περιβάλλον του είχε εμπνευστεί και εκπονήσει «την τελική λύση».
Είναι προφανές, ότι ο Ίρβινγκ , ο οποίος πέρασε τη μισή του ζωή επισκεπτόμενος διάφορες χώρες με την ιδιότητα του «ομιλητή, ειδικευμένου στην ιστορία του Β Παγκοσμίου Πολέμου», που διατράνωνε σε ακροδεξιά ακροατήρια τις φιλοναζιστικές του θέσεις, προσπάθησε να σχετικοποιήσει τα ναζιστικά εγκλήματα, επιχειρώντας να «περάσει» στο συλλογικό ασυνείδητο του μεταπολεμικού Ευρωπαίου την άποψη «ότι λίγο πολύ , όλοι σκότωσαν, και οι σύμμαχοι δεν ήταν καλύτεροι».
Αυτή τη στιγμή, κρατείται από τις Αυστριακές αρχές γιατί η δράση του στη χώρα αυτή θεωρείται παράνομη, λόγω της κείμενης νομοθεσίας. Συγκεκριμένα, ο Ίρβιγκ κατηγορείται για παράβαση του Verbotsgesetz, νόμου εν ισχύι από το 1945, που απαγορεύει κάθε εθνικοσοσιαλιστική δραστηριότητα ή και έκφραση υπέρ του εθνικοσοσιαλισμού. Επίσης απαγορεύει τη δημόσια υπεράσπιση των εθνικοσιαλιστικών εγκλημάτων, του Ολοκαυτώματος συνεπώς, συμπεριλαμβανομένου. Εναντίον του, η αυστριακή κυβέρνηση ήταν σαφής από το 1989, οπότε και εκδόθηκε ένταλμα σύλληψής του: «είναι παράνομος και θα συλληφθεί, γιατί σε διαλέξεις του στη Βιέννη δήλωσε πως δεν υπήρξαν ποτέ θάλαμοι αερίων ».
Το ερώτημα επανέρχεται όμως: ακόμα κι έτσι, με ποιο δικαίωμα ποινικοποιούμε το δικαίωμα του καθενός να πιστεύει ό,τι θέλει;
-Ας διερευνήσουμε κάποιες πτυχές των δραστηριοτήτων αυτού του ανθρώπου, πέραν της συγγραφικής του σπουδής βεβαίως: από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, ο Ίρβιγκ, θεωρεί αναγκαίες τις ομιλίες: «κυνηγά» προσκλήσεις και ταξίδια με στόχο τη «διαφώτιση» -κυρίως των νέων (φασιζόντων και μη) σχετικά με το «Μύθο», όπως υποστηρίζει, του Ολοκαυτώματος. Κατά τη δεκαετία του 1990, συμμετέχει ως ομιλητής και πάλι σε συνέδρια του αμερικανικού ναζιστικού λόμπι , γίνεται δε ο «κολλητός» του ηγέτη της Κου Κουξ Κλαν, Ντέϊβιντ Ντιουκ.
Και επειδή ο λαός μας έχει τους λόγους του όταν λέει «πες μου τον φίλο σου να σου πω ποιος είσαι», ας «δούμε» λίγο βαθύτερα και τον κύριο Ντιουκ. Βέβαια, τι απομένει να «δεις» , όταν αναφέρεσαι στον ηγέτη (πρώην νυν δεν έχει σημασία) μιας οργάνωσης που φορά –ακόμα-κουκούλες και καίει και βιαιοπραγεί εναντίον ατόμων που ‘δεν σέβονται την ανωτερότητα της λευκής φυλής»; Εν πάση περιπτώσει, ο Ντιουκ είναι λαοφιλής στην Ουκρανία, όπου οι νεοναζί τον καταχειροκροτούν για τις «αντισιωνιστικές» του ιδέες, ενώ το 1989 , «κατέβηκε» με τους Ρεπουμπλικανούς στη Λουϊζιάνα στοχεύοντας σε μια θέση στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Νίκησε, έχοντας αποσπάσει το 51% των ψήφων. Τι γράφει για αυτόν ο Ρωσοεβραίος δημοσιογράφος Ισραέλ Σαμίρ; Υπό τον τίτλο « Ώρα να ξαναδούμε την περίπτωση Ντέϊβιντ Ντιουκ», επισημαίνει: « Άσχετα με το παρελθόν του, πολλοί Αμερικανοί σήμερα ακούν προσεκτικά τον Ντιουκ. Είναι η καθαρή φωνή κατά της εγκληματικής εισβολής στο Ιράκ, κατά των εγκληματικών σχεδίων της Ουάσιγκτον και του Τελ Αβίβ να επιτεθούν στη Συρία και στο Ιράν. Προστάτευσε τον Φάρακχαν και τους μαύρους εθνικιστές, εντυπωσίασε στη Δαμασκό και μίλησε με όραμα…». Αυτός είναι ο «κολλητός» του ΄Ιρβιγκ, ο οποίος επίσης ξεσήκωνε προ καιρού τα πλήθη στη Συρία.
Η μεγάλη παγίδα που «στήνουν» και οι δύο (Ντιουκ και Ίρβινγκ) είναι πως, εκμεταλλευόμενοι παραδείγματος χάριν τον σκεπτικισμό ή και την αντίθεση εκατομμυρίων δημοκρατικών πολιτών του πλανήτη σχετικά με τον πόλεμο του Ιράκ και την αμερικανική πολιτική, προσπαθούν διά των διαπρυσίων αντιαμερικανικών κηρυγμάτων τους να στρατολογήσουν οπαδούς στο νεοναζισμό. Αυτομάτως όμως, όποιος τολμήσει να προβληματιστεί πάνω στο παρόν και στο παρελθόν του Ιράκ θέτοντας εν αμφιβόλω την ορθότητα της πολιτικής Μπους, παύει να είναι δημοκρατικός, αφού ρισκάρει να ταυτιστεί πολιτικά με τον Ίρβινγκ και τον Ντιουκ, οι οποίοι, υπεραπλουστεύοντας και γενικολογώντας, επισημαίνουν: « είδατε πόσο μας αγαπά η κοινή γνώμη; Εμείς αυτήν εκφράζουμε».
Μείζον θέμα επίσης είναι η «φιλία» των νεοναζί αυτών με τον Αμερικανό, μαύρο ισλαμιστή Φάρακχαν, τα εξτρεμιστικά κηρύγματα του οποίου δεν είναι και τόσο άγνωστα στην Ουάσιγκτον, η οποία όμως- αδιανόητο το γιατί- δείχνει να τα υποτιμά δεόντως.
Και πάλι, όμως: κατόπιν αυτών, το ίδιο επιτακτικό ερώτημα επανέρχεται: «ε και; Γιατί να δικαστεί ο Ίρβινγκ; Δεν έχουμε δημοκρατία; Γιατί γινόμαστε υποκριτές βάζοντας τη δημοκρατία στο εδώλιο λειτουργώντας με τη λογική των δύο μέτρων και των δύο σταθμών;
Δεν νομίζω ότι, ακόμα κι αν γέμιζαν όλες οι σελίδες της εφημερίδας με επιχειρήματα, θα δινόταν μία απάντηση σαφής. Η υπόθεση Ίρβινγκ και η αντιπαράθεση στην Κεντρική Ευρώπη για την ορθότητα της ποινικοποίησης των φασιστικών πεποιθήσεων είναι ζητήματα προς προβληματισμό(προβληματισμός όμως αδιανόητος για την Ευρώπη που έβγαινε από τα ερείπια το 1945 μετρώντας θηριωδίες) παρά προς λύση. Και για να είμαστε και σοβαροί: ποιος δημοκρατικός πολίτης νιώθει την παραμικρή τύψη για την προσαγωγή του Ίρβινγκ σε δίκη; Προσωπικά δεν νιώθω την παραμικρή . Ωστόσο, και από πλευράς νομικής και με γνώμονα την πολιτική ηθική, μια δίκη «γιατί τόλμησε να πει δημόσια ό,τι σκεφτόταν», είναι ζήτημα θεμελιώδες για μια δημοκρατική κοινωνία, όσο δύσκολο κι αν είναι να το «χωνέψουμε».
Προβληματίζομαι λοιπόν για το πώς και αν μπορεί –αφορμής δοθείσης με τον Ίρβινγκ- να ελεγχθούν οι 1400 ηλεκτρονικές σελίδες των σκινχεντς , των «μπριτογκολόβι» της Ρωσίας , των νεοναζί και των φίλων της Κου Κουξ Κλαν που «τρέχουν» ανενόχλητα σήμερα στο Διαδίκτυο. Η Αυστριακή νομοθεσία δεν ευνοεί πράγματι τους Ίρβιγκ. Η ελευθερία λόγου στο Ίντερνετ πώς λειτουργεί όμως; Θα ποινικοποιηθεί ή όχι το δικαίωμα έκφρασης και στον κυβερνοχώρο;
Στο σημείο δε αυτό, να επισημανθεί η «ολόφρεσκα» κόντρα μεταξύ του Αμερικανικού Υπουργείου Δικαιοσύνης και του αγαπημένου σε όλους τους χρήστες του Διαδικτύου Google. Η διαδικτυακή εταιρεία, αρνήθηκε ως γνωστόν να συμμορφωθεί με την κλήτευση της κυβέρνησης να παράσχει πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο που οι άνθρωποι χρησιμοποιούν τις μηχανές αναζήτησης, «ξεκινώντας έτσι μία από τις πρώτες νομικές μάχες σχετικά με το αν οι διωκτικές αρχές πρέπει να διαθέτουν πρόσβαση στα δεδομένα των διαδικτυακών εταιρειών», σύμφωνα με την Στέφανι Κιρχγκέσνερ των «Φαϊνάνσιαλ Τάϊμς». Ο εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Σκοτ Μακλίλαν, δήλωσε σχετικά ότι το αίτημα δεν αφορά προσωπικά δεδομένα χρηστών, αλλά σχετίζεται με την κυβερνητική προσπάθεια πάταξης της παιδικής πορνογραφίας».
Ενδιαφέρον έχει όμως η θέση του Μαϊκ Γκόντουϊν, ενός αμερικανού νομικού που επί Κλίντον, συντόνιζε τις προσπάθειες ενάντια στο σχέδιο της τότε κυβέρνησης «για τα όρια της ελευθερίας έκφρασης στον κυβερνοχώρο».Στο βιβλίο του
«Κυβερνοδικαιώματα»(Εκδόσεις: Time Books), ο Γκόντουϊν, ήταν σαφής: « οι συνταγματικές διατάξεις περί ελευθεροτυπίας, ισχύουν απολύτως και στον κυβερνοχώρο. Κάθε προσπάθεια ελέγχου και λογοκρισίας θα πέσει στο κενό. Το διαδίκτυο, γεννήθηκε άναρχο και θα συνεχίσει άναρχο. Στο περιβάλλον του, η εξουσία είναι αδύνατο να επιβληθεί…».
Με αυτές τις επισημάνσεις όμως, το αρχικό, πολιτικοφιλοσοφικό ερώτημα του αν πρέπει ή όχι να δικαστεί ο φασίστας Ίρβινγκ γιατί αυτό αντίκειται στην πεμπτουσία της Δημοκρατίας, μετασχηματίζεται, αφού, είτε αθωωθεί, είτε κηρυχθεί ένοχος ο Ίρβινγκ, όλοι οι «Ίρβινγκ» του κόσμου και τα «παιδιά» τους, θα συνεχίσουν τη δράση τους μέσω του Ιντερνέτ. Τι δέον γενέσθαι κατά πρώτο λόγο; – Ρεπορτάζ στους «Τάϊμς»κάνει λόγο για «τελευταίου τύπου ωτασπίδες». Ας τις προμηθευτούμε, κλείνοντας τα αυτιά μας στα κακόηχα φαντάσματα ενός φονικού ολοκληρωτικού παρελθόντος. Τα φαντάσματα αυτά είναι καταδικασμένα ούτως ή άλλως να είναι ανήρεμα, για αυτό άλλωστε και τριγυρνούν. Αλλά αρκεί που τριγυρνούν. Δεν χρειάζεται να υπομένουμε και να ακούμε τον ασυνάρτητο λόγο τους.
*Δημοσιεύθηκε στην “Α”, τον Ιανουάριο του 2006
Σχόλια»
No comments yet — be the first.