jump to navigation

Το αμερικανικό στοίχημα του 21ου αιώνα και η ηθική αξιοπιστία Σεπτεμβρίου 7, 2008

Posted by mariandr in DIETHNIS POLITIKI, PAGOSMIOPOIISI, PALAIA KIMENA TOU 2008.
trackback

Tης: ΜΑΡΙΑΝΝΑΣ ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΥ

(” AτΚ”, 7-09-08)

Καταχειροκροτήθηκε από τους συνέδρους η Αμερικανίδα υποψήφια για την Αντιπροεδρία, Σάρα Πέϊλιν, μετά την ομιλία της στο συνέδριο των Ρεπουμπλικανών.

Η αμερικανική γνώμη, αργά ή γρήγορα θα το συνειδητοποιήσει: Ανεξάρτητα από τις πολιτικές πεποιθήσεις του , κάθε Αμερικανός είναι ήδη σε θέση να διαπιστώσει ότι η Σάρα Πεϊλιν δεν είναι λιγότερη ή περισσότερο ικανή , λιγότερο ή περισσότερο καλή και κακή από γυναίκες σαν τις Χίλαρυ Κλίντον, Μαντλίν Ολμπράϊτ, Κοντολίζα Ράϊς. Ο πολιτικός της λόγος δεν είναι λιγότερο καλός από αυτόν άλλων υποψηφίων, το αντίθετο μάλιστα. Επιπλέον, είναι το «φρέσκο πρόσωπο»: Μόλις 44 ετών , με πέντε παιδιά, όμορφη, μορφωμένη, η Σάρα ορθώς χαρακτηρίστηκε ως «το νέο αστέρι των Ρεπουμπλικανών». Η δε προσπάθειά της να απαντήσει στις εναντίον της κριτικές –κυρίως για την έλλειψη εμπειρίας και το σκάνδαλο της εκτός γάμου εγκυμοσύνης της κόρης της- δεν είναι καθόλου εύκολο να χαρακτηριστεί ανεπαρκής και ανεπιτυχής: Με την επίθεση που εξαπέλυσε στο συνέδριο κατά της «ελίτ της Ουάσιγκτον» και της «ελίτ των μίντια της Ποστ και των Νιου Γιορκ Τάϊμς», κέρδισε τις καρδιές των συντηρητικών αμερικανών που ζουν χιλιάδες μίλια μακριά «από την πρωτεύουσα», σε «μικρές πόλεις» σαν αυτήν «όπου έζησε κι εκείνη» , και που εργάζονται σαν τον άνδρα της, που ξεκίνησε κι αυτός « απλός ιχθυεμπορος». Χρησιμοποιώντας ευρωπαϊκή ορολογία, η εκλεκτή του Τζον Μακέϊν για τη θέση της αντιπροέδρου των ΗΠΑ σε περίπτωση που ο Ρεπουμπλικανός υποψήφιος νικήσει στις επικείμενες εκλογές, κατάφερε με την προχθεσινή της ομιλία να δώσει το προφίλ μιας «λαϊκής δεξιάς». Άλλωστε, και ο λογογράφος του Τζον Μακέην, το έθεσε ξεκάθαρα, αποσαφηνίζοντας και τις βασικές προτεραιότητες των ΗΠΑ για την επόμενη τετραετία και όχι μόνον: : η Αμερική έχει δύο πολέμους αυτή τη στιγμή: Τον αγώνα της για να καταστεί ενεργειακά ανεξάρτητη, και τον αγώνα για να δοθούν δουλειές στους άνεργους Αμερικανούς».

Το μήνυμα είναι σαφές , και δεν διαφέρει από αυτό του Δημοκρατικού Ομπάμα, αφού , είναι γνωστό ότι , ειδικά στην εξωτερική πολιτική, τα δύο κόμματα των ΗΠΑ δεν διαφωνούν ως προς τις θέσεις και τους στόχους, αλλά κυρίως σε ζητήματα τακτικής που θεωρούν κρίσιμα για την έκβαση των στόχων αυτών.

Το «ανοικτό ζήτημα» -κυρίως για τους μη Αμερικανούς- είναι αλλού. Βρίσκεται δε σε επισημάνσεις και διαστάσεις που θέτουν ωστόσο οι ίδιοι οι αμερικανοί αναλυτές και διανοούμενοι.

Ηθική αξιοπιστία και αμερικανικές αξίες

Ο Φουκουγιάμα , υποστηρίζει ότι το πρωτεύον στοίχημα για την επόμενη αμερικανική κυβέρνηση θα είναι να καλύψει το «υπάρχον κενό της ηθικής αξιοπιστίας» εξαιτίας του οποίου μειώθηκε η αμερικανική δύναμη στον κόσμο την επαύριο της 11ης Σεπτεμβρίου 2001( Financial Times, 3 Σεπτεμβρίου 2008).

Από πλευράς του, ο λίαν συντηρητικός Ρόμπερτ Κέϊγκαν , που σε αντίθεση με τον Φουκουγιάμα δεν υποστήριξε «Το Τέλος της Ιστορίας» αλλά συνέγραψε την «Επιστροφή της Ιστορίας», υποστηρίζει πως, όποια κι αν είναι η επόμενη αμερικανική κυβέρνηση, ρεπουμπλικανική ή δημοκρατική, θα πρέπει να μάθει από τα λάθη του Μπους, αλλά παράλληλα να μην απομακρυνθεί από τις αμερικανικές αξίες που θα πρέπει η Αμερική να προωθήσει στην ανθρωπότητα.

Στο τελευταίο τεύχος του «Foreign Affairs», ανατρέχοντας στην οκταετία διακυβέρνησης των ΗΠΑ από τον Τζωρτζ Μπους, στην ανάλυσή του υπό τον τίτλο «το παράδειγμα της 12ης Σεπτεμβρίου»(Τhe September 12Paradigm) επισημαίνει πολλές αλήθειες. Έτσι, κάθε ψύχραιμος παρατηρητής , δεν τρέφει μεγάλη επιθυμία να διαφωνήσει μαζί του όταν ο Κέϊγκαν υποστηρίζει: «μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, Αμερικανοί και Ευρωπαίοι είδαν τα πράγματα με φρέσκια ματιά» ή « ο πόλεμος στο Ιράκ δεν απέτυχε στον κύριο και ζωτικό του σκοπό, απέτυχε στο ότι ο «αντιτρομοκρατικός αγώνας» ήταν ανεπαρκές επιχείρημα για να βασιστεί εξ ολοκλήρου σε αυτό η αμερικανική πολιτική» ή ακόμα όταν γράφει: « Μόνο οι Αμερικανοί τρόμαξαν από την 11η Σεπτεμβρίου, οι Ευρωπαίοι αισθάνονταν σχετικά ασφαλείς», ή « στο Ιράκ έγιναν κακοί υπολογισμοί, υπήρξε ατυχία..», «ο Μπους ξεκίνησε ρεαλιστικά κοιτώντας τα αμερικανικά συμφέροντα». Και κυρίως, έχει δίκιο όταν γράφει ότι , παρ όλο το διογκούμενο αντιαμερικανισμό, « κράτη στην Ασία και στον Ειρηνικό ήρθαν πιο κοντά στις ΗΠΑ εξαιτίας κυρίως του φόβου τους για την αναδυόμενη Κίνα…ακόμα και στη Μέση Ανατολή, όπου στη λαϊκή συνείδηση «καίει»ακόμα η μνήμη του Αμπού Γκραϊμπ, η στρατηγική ισορροπία δεν άλλαξε εναντίον των ΗΠΑ. Η Αίγυπτος, τα κράτη του Κόλπου, η Σαουδική Αραβία, εξακολουθούν να συνεργάζονται στενά με τις ΗΠΑ».

Το «ωστόσο» σε όσα σωστά επισημαίνει ο Κέϊγκαν , και το οποίο θα πρέπει να ληφθεί υπόψιν από την επόμενη αμερικανική κυβέρνηση «όποια κι αν είναι αυτή», συνίσταται στην ολέθρια αντίληψη –που δυστυχώς αναπαράγει ο Κέϊγκαν στον επίλογο της ανάλυσής του- ότι σήμερα δεν υφίσταται αμερικανική παρακμή υπό καμία έννοια. Για έναν πιστό φιλοδυτικό έως και ατλαντιστή, η άρνηση της πραγματικότητας αυτής δεν ευνοεί την προώθηση ούτε των «αμερικανικών συμφερόντων» ούτε των «αμερικανικών αξιών» για τις οποίες επαίρονται τόσο και οι Μακέην και Πέϊλιν όσο και ο Μπαράκ Ομπάμα. Γράφει ο Κέϊγκαν: «Αυτοί που σήμερα κηρύττουν ότι οι ΗΠΑ είναι σε παρακμή , συχνά φαντάζονται ένα παρελθόν εντός του οποίου ο κόσμος χόρευε στους μουσικούς σκοπούς μιας Ολύμπιας Αμερικής. Αυτό είναι ψευδαίσθηση, που πηγάζει από τη θαυμαστή αμερικανοκυριαρχούσα περίοδο μετά το Β παγκόσμιο Πόλεμο. Τότε όμως, μπορεί η Αμερική να θριάμβευε στην Ευρώπη, αλλά συναντούσε αλλού καταστροφικά εμπόδια. Έχασε την Κίνα, η Βόρεια Κορέα εισέβαλε στη Νότια, οι Σοβιετικοί δοκίμασαν τη βόμβα υδρογόνου…καθένα από αυτά όμως ήταν στρατηγική καταστροφή για τις ΗΠΑ…»

Κι όμως, το αμερικανικό στοίχημα στις επόμενες δεκαετίες , όποιο κι αν αποφασίσουν οι αμερικανοί πως είναι, θα κερδηθεί μόνο όταν –επιτέλους- αναγνωρίσουν ότι δεν έγιναν απλώς «λάθη», αλλά πως η χώρα διανύει μια περίοδο παρακμής , εξού και σκέπτεται, εν έτει 2008, σκέφτεται με όρους… πεφωτισμένης δεσποτείας. Γιατί, μόνο σε τέτοιες νοοτροπίες παραπέμπει ο εκ των βασικών καθοδηγητών της (ρεπουμπλικανικής)κοινής γνώμης Κέϊγκαν , όταν, «βαφτίζοντας» ρομαντικούς και εν ψευδαισθήσει τελούντες όσους διαπιστώνουν παρακμή των ΗΠΑ, μιλά για το στοίχημα της ανάγκης «πεφωτισμένης σοφίας» σε έναν «εγωιστικό κόσμο»: « … Η από κοινού πεφωτισμένη προσπάθεια των ΗΠΑ και άλλων δημοκρατικών εθνών για μια φιλελεύθερη διεθνή τάξη, βρίσκεται τώρα υπό την πίεση μεγάλων σε επιρροή αυταρχικών δυνάμεων την ώρα που ο αντιδημοκρατικός αγώνας της ισλαμικής τρομοκρατίας επιμένει», καταλήγει.

Τελικά, το μόνο σίγουρο που δεν εμπίπτει στην κατηγορία κανενός πολιτικού «στοιχήματος» για καμμια κρατική κυβέρνηση, είναι πως ο Αβραάμ Λίνκολν, είχε δίκιο όταν έλεγε: « ο κόσμος ουδέποτε είχε καλόν ορισμό της ελευθερίας. Όλοι τασσόμαστε υπέρ αυτής. Χρησιμοποιώντας όμως την ίδια λέξη , δεν εννοούμε όλοι το ίδιο πράγμα…»