jump to navigation

Η σημασία του θεατρικού παιχνιδιού στην ανάπτυξη της παιδικής προσωπικότητας Απριλίου 27, 2009

Posted by mariandr in Οικογένεια, Παιδεία, παλαιότερα κείμενα του 2009.
trackback

Από τη: Μαριάννα Ανδρούτσου

Α- Donna , Μαρτιος 2009

Ο εορτασμός της Παγκόσμιας Ημέρας Θεάτρου δεν είναι μόνο αφορμή για συζήτηση πάνω στο θέμα της σημασίας της θεατρικής αγωγής του ανθρώπου του 21ου αιώνα, αλλά και μια θαυμάσια ευκαιρία επαναθεώρησης της σχέσης παιδιού και θεάτρου. Κι είναι αλήθεια, ότι πρόκειται για μια σχέση η οποία, δεν ξεκινά τόσο «από το σπίτι» όσο από το σχολείο:

Στην Ελλάδα, τη χώρα που γέννησε το θέατρο, η θεατρική παιδεία είναι υπόθεση που ο λαός μας, μέσω των αρμόδιων φορέων, αρχίζει δειλά –δειλά να εμπιστεύεται στους δασκάλους , για να «φωτίσουν» τους έλληνες μαθητές. Υπάρχει όμως μια μεγάλη παρεξήγηση , και δη επικίνδυνη: Η θεατρική παράσταση είναι ολότελα διαφορετικό πράγμα από το θεατρικό παιχνίδι. Το πρώτο , είναι εκμάθηση και προαγωγή πολιτισμού. Το δεύτερο, είναι γνωριμία του παιδιού με τον εαυτό του και την κοινωνία, αλλά ενίοτε και των γονέων με το ίδιο τους το παιδί.

Ας τα πάρουμε από την αρχή: Στο θεατρικό παιχνίδι , που λαμβάνει μεν χώρα στο σχολείο, αλλά που θα μπορούσε να εκτυλιχθεί οπουδήποτε, το παιδί εφευρίσκει μαζί με την υπόλοιπη ομάδα μια ιστορία, μέσα από την οποία αυτοσχεδιάζει και εκφράζεται χωρίς περιορισμούς και οδηγίες, πλην μίας: Προσπαθεί να σέβεται και το δικαίωμα έκφρασης και δημιουργικότητας και των υπόλοιπων παιδιών. Χρησιμοποιούν όλα μαζί το σώμα και τις χαριτωμένες κινήσεις του, για να «πουν» στο «κοινό» τους –ενίοτε ωστόσο αδιαφορώντας και για την παρουσία του τελευταίου- ο,τιδήποτε αισθάνονται. Αυτό σημαίνει ότι μέσα από το θεατρικό παιχνίδι ανακαλύπτουν τόσο τις δεξιότητες όσο και τα προβλήματα τους, αυτό-μυούμενα και σε ένα τρόπο ανάπτυξης των πρώτων και χειρισμού των δεύτερων. Αυτά ακριβώς τα «δεύτερα», τα προβλήματα δηλαδή των μικρών παιδιών, είναι που ανακαλύπτουν και οι γονείς, όταν αφήνουν τα παιδιά τους να ζουν το θεατρικό παιχνίδι τους. Παρατηρώντας τον τρόπο που το παιδί τους διαλέγεται αυτοσχεδιάζοντας με ένα άλλο παιδάκι, εκπλήσσονται και οι ίδιοι βλέποντας «το μυαλό» του παιδιού τους μα και επιμελώς κρυμμένες φοβίες όπως και πάμπολλα ερωτηματικά για τον κόσμο γύρω τους, μια που η «θεατρική ομάδα» των μικρών, δεν είναι η ομάδα των επίδοξων ηθοποιών, αλλά η μικρογραφία της κοινωνίας μας.

Γι αυτό και ..απαγορεύεται σκηνοθέτης στο σχολικό θεατρικό παιχνίδι! Στο νηπιαγωγείο επί παραδείγματι, η δασκάλα λειτουργεί ως εμψυχώτρια του όλου παιχνιδιού, όχι ως σκηνοθέτις που καθοδηγεί για το πού θα στηθεί και πώς θα εκφωνήσει λόγο το νήπιο. Στοχεύει στο να αφήσει τα παιδιά « μόνα» να πουν όσα δεν έχουν πει και να ανακαλύψουν , μέσω των αντιδράσεων των άλλων παιδιών, κοινωνικές αξίες. Σαφώς και το θεατρικό παιχνίδι διέπεται από τεχνικούς κανόνες, αλλά αυτοί είναι υπόθεση του εμψυχωτή να τους παρουσιάσει «βελούδινα», χωρίς τα παιδιά να αντιληφθούν πως υπάρχουν. Οι κανόνες, συνιστούν τέσσερις φάσεις : αυτήν της απελευθέρωσης που στοχεύει στην εξοικείωση των παιδιών μεταξύ τους (τα αφήνουμε «για λίγο» να εκφραστούν όπως θέλουν), της αναπαραγωγής ,που στοχεύει στο να προτείνουν μόνα τους το ρόλο που θα θελαν να παίξουν, της εκτέλεσης του ρόλου και τέλος , της φάσης της ανάλυσης.

Εδώ ξεκινούν τα δύσκολα: τα παιδιά συζητούν το πώς αισθάνθηκαν και πώς βίωσαν το παιχνίδι τους. Είναι στιγμή κατά την οποία, αν τύχει να βρίσκονται γονείς κάπου στο βάθος ως παρατηρητές, άλλοι κλαίνε κι άλλοι γελούν. Ο ένας ανακαλύπτει πόσο πολύ εγωιστικά έχει φερθεί στο μικρό του, βλέποντας το να αναπαράγει τον ίδιο στο ρόλο του πατέρα. Άλλος γελά από χαρά γιατί , δεν είχε ακούσει ποτέ το παιδί του να τραγουδά, και αγνοούσε πόσο καλλίφωνο είναι. Άλλος έκπληκτος βλέπει πως το παιδί του «έπαιξε» ό,τι δεν είχε ποτέ το θάρρος να πει.

Είναι η στιγμή που μικροί-μεγάλοι, μετατρέπουν το παιχνίδι σε ψυχόδραμα, στέκονται δηλαδή στον καθρέφτη του εαυτού τους.