Η αληθινή Πόλη Μαΐου 28, 2009
Posted by mariandr in Ελληνισμός στον Κόσμο, Ματωμένα Χώματα, Μνήμες του λαού μου, παλαιότερα κείμενα του 2009.trackback
29 Mαϊου 1888. Στη Γραβιά γίνονται τα αποκαλυπτήρια του μνημείου του Οδυσσέα Ανδρούτσου, παρουσία της βασιλικής οικογένειας, της κυβέρνησης και πλήθους λαού. Σε εκείνη την τελετή, κάποιος απήγγειλε το ποίημα που είχε γράψει για τον Οδυσσέα ο Γεώργιος Παράσχος:
Τον στρατάρχην Οδυσσέα μετά χρόνους χαιρετάτε. Εδώ κείται του Ανδρούτσου ο περίβλεπτος υιός. Καταβάς εκ του σταυρού του, ύπνον μάρτυρος κοιμάται Και πικράς αχαριστίας είναι ο τάφος του ναός.
Την αναστασιν του Γένους κατ αρχάς ευαγγελίζων Μ εκατόν Ελλήνων παίδας νίκης έστησε χορόν Και εις της Γραβιάς το χάνι τον Βρυώνην θρυμματίζων Του χορού εκείνου ίχνη Τούρκων άφησε σωρόν.
Τριπλήν άνοιγεν ο Τούρκος και μας έπνιγεν αγκάλην Εις τας Στερεάς τας δύο και του Πέλοπος την γην Πλην αυτός κτυπά την μίαν, απωθεί μακράν την άλλην Και της τρίτης ευκολύνει τον λιμόν και την σφαγήν.
Με συντετριμμένα μέλη ο στρατάρχης τώρα κείται. Δεν τον έφαγε πυρίτις δεν τον έρριψε πληγή Μεταξύ του Παρθενώνος η αγχόνη του κινείται.. Και από το μνήμα τώρα τους φονείς του ευλογεί.
Ποιος ήταν ο «κάποιος» που απήγγειλε το ποίημα αυτό; Ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος, ο ίδιος άνθρωπος που το 1873 , ανέγνωσε την πραγματεία που είχε συνθέσει για τη ζωή , τη δράση και την οικτρή τελευτή του Οδυσσέα στο Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός». Να θυμίσω πως σ εκείνο το φιλολογικό μνημόσυνο, ο Παπαμιχαλόπουλος, ανέφερε το όνομα της Ελένης Ανδρούτσου, της χήρας του Οδυσσέα και συγχρόνως , την έδειξε με το δάκτυλό του μεταξύ των παρόντων. Σύμφωνα με τον Μπάμπη Άννινο, το ακροατήριο αγνοούσε ότι εκεί βρισκόταν και η –γριά πια- Ελένη, ουδείς την αναγνώριζε. Όταν οι ακροατές στράφηκαν προς τη γυναίκα που έδειχνε συγκινημένος ο Παπαμιχαλόπουλος, σηκώθηκαν και υποκλίθηκαν μπροστά της καταχειροκροτώντας τη. Η ίδια όμως κατακλυζόταν από αισθήματα ευγνωμοσύνης για το γεγονός ότι –επιτέλους-εξαγνιζόταν η μνήμη του άνδρα της που έζησε ως ήρωας και δολοφονήθηκε βασανισθείς από τα πρωτοπαλλίκαρα –όχι ενός Τούρκου- του λατρεμένου του Γκούρα, σαν να ήταν ο χειρότερος κακούργος. Θέλοντας να δείξει την ευγνωμοσύνη της αυτή στον Παπαμιχαλόπουλο, του δώρισε την ίδια στιγμή ΤΟ ΜΟΝΑΔΙΚΟ ενθύμιο που είχε από τον άντρα της: Το χρυσό δακτυλίδι που της είχε περάσει στο δάκτυλό της ο Οδυσσέας. Είναι η ίδια γυναίκα που , ακόμα πιο πίσω, στα 1865, σαράντα χρόνια μετά τη δολοφονία του άνδρα της τον Ιούνιο του 1825, προσκάλεσε «Τους συναγωνιστές και τους λοιπούς κατοίκους Αθηνών» στην κήδευση των οστών του Οιδυσσέα και στη νεκρώσιμη θρησκευτική ακολουθία του στη Μητρόπολη. Η πρόσκληση δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Αυγή» το Φλεβάρη του 1865. Πρόκειται για μια γυναίκα που μάζεψε τα συντετριμμένα οστά του γκρεμισμένου από την Ακρόπολη Οδυσσέα το 1825, τα έθαψε κρυφά στο ναϊσκο των Ασωμάτων και που έκανε υπομονή σαράντα ολόκληρα χρόνια για να δει σύσσωμη την πολιτική ηγεσία , τους στρατιωτικούς και τον απλό λαό , να συνοδεύουν –αποδίδοντας με κάθε τιμή- τη σορό του συζύγου της στη Μητρόπολη και κατόπιν στο Α Νεκροταφείο. Μάλιστα, ο Αννινος αναφέρει ότι εκείνη την πομπή, είχε παρακολουθήσει τότε από τα παράθυρα των ανακτόρων, ο «βασιλεύς Γεώργιος νεήλυς ακόμη». Τον επικήδειο του ήρωα είχε εκφωνήσει τότε ο συνταγματάρχης Κάρπος Παπαδόπουλος: «… Η λαμπρότης της κηδείας ταύτης, εις την οποίαν παρήσαν η Εθνοφυλακή και ο εν τη πρωτευούση στρατός, τα λείψανα του ιερού αγώνος και άπειρον πλήθος λαού, είναι τρανοτάτη απόδειξις ότι ουδεμία των εκ πλανης και εκ προαιρέσεως παραμορφώσεων της Ιστορίας ίσχυσε να δικαιολογήσει τον φθόνον και την αισχράν ιδιοτέλειαν ασπαλάκων τινών και να αμαυρώσει την αθάνατον δόξαν του Οδυσσέως Ανδρούτσου , ούτινος την ανδρείαν, τη φιλοπατρίαν και τας άλλας αρετάς εξύμνησε και πάλιν χθες εν τω ναώ της Μητροπόλεως δια καταλλήλου λόγου ο συναγωνιστής και οπαδός αυτού συνταγματάρχης Κάρπος», έγραψε την επόμενη της κηδείας που άργησε σαράντα χρόνια για να γίνει, ο «Εθνοφύλαξ». -
« Την παρελθούσαν Κυριακή εγένετο η ανακομιδή των λειψάνων του μακαρίτου Οδυσσέως Ανδρούτσου , του προ τεσσαράκοντα ετών ευρεθέντος νεκρού κάτωθεν του εν Ακροπόλει των Αθηνών πύργου, εν τω οποίω διέμενε υπό κράτησιν. Διεδόθη κατά την εποχήν εκείνην ότι ηθέλησε να δραπετεύσει, κρεμασθείς υπό σκοινίου, το οποίον διερράγη, και ότι ούτω καταπεσών εφονεύθη. Το βέβαιον όμως είναι ότι ο φρουραρχών εν τη Ακροπόλει στρατηγός Γκούρας, κατά διαταγήν του Κωλέττου, τον εφόνευσε κρημνίσας αυτόν υπό του πύργου. Ο Κωλέττης ηθέλησε να άρη εκ του μέσου τον μόνον οπλαρχηγόν, τον μεγίστην εξασκούντα επι των Ρουμελιωτών επιρροήν, ην ήθελε να έχει προνόμιον ο ίδιος. - Αναμφισβήτως ο Οδυσσεύς ήτο ο άνθρωπος όστις ηδύνατο να συγκεντρώσει εις τας χείρας του την εξουσίαν, διότι οι στρατιωτικοί πάντες του παρεχώρουν τα πρωτεία , και να τη μεταχειρισθεί προς όφελος της πατρίδος, ως την μετεχειρίσθη κατόπιν ο Καραϊσκάκης. Ο βίαιος αυτού θάνατος απήλλαξε τον Κωλλέτην ισχυρού κατά της φιλοδοξίας του προσκόμματος, εστέρησεν όμως την πατρίδαν ανδρός εμπειροπολέμου, ανδρείου και οξυδερκούς», έγραψε τότε και η «Ελπίς».
Θυμίζω πώς πέθανε ο πατέρας του Οδυσσέα. Δεν έχω παρά να αντιγράψω από την επιστολή του ίδιου του Δυσσέα στον Αναστάσιο Λόντο το 1824: «… Ο πατέρας μου, εν καιρώ Τουρκίας , εγύριζε μέσα εις τα βουνά και εσκότωνε Τούρκους. Έτρεχε εις τους κάμπους και εθανάτωνε Τούρκους. Ενυκτερευε εις τα δάση, εκρύπτετο εις τα ποτάμια εσκότωνε Τούρκους. Όσαις φοραίς ευρέθη εις τα βάθη της θαλάσσης,Τούρκους έπνιγε. Και εις ολιγολογίαν, αφού ερήμωσε πολλές επαρχίες των τυράννων, ως αληθινός δαιμονισμένος ύπέρ της πατρίδος, εμαρτύρησεν εις αυτήν την καθέδραν του τυράννου μας…»
Ο Οδυσσέας εννοεί πως ο πατέρας του δολοφονήθηκε από τους Τούρκους στις φυλακές Κωνσταντινούπολης. Την ίδια Πόλη που κρατούσαν οι Οθωμανοί από το 1453. Πώς μπλέκονται όμως κάποτε-κάποτε αριθμοί, χρονολογίες και ονόματα μεταξύ τους, ε; Ονόματα, άνθρωποι, τόποι κι αριθμοί, που «κανονικά» δεν θα ΄πρεπε να έχουν καμία σχέση αναμετάξυ τους παρά μόνο «από σύμπτωση» και ξαφνικά πλέκονται σ ένα γαϊτανάκι, αρχεγονικά μυστήριο μα και αέναα δυνατό που φτάνει ν αγκαλιάζει το σήμερα. Να, ο πατέρας του Δυσσέα φονεύθηκε στην Πόλη. Την ίδια Πόλη στην οποία μια άλλη Ελένη, η δική μου γιαγιά, γεννηθείσα το 1888, όταν δηλαδή στηνόταν το μνημείο του Οδυσσέα στη Γραβιά, δεν γνώρισε ποτέ και έφυγε με το παράπονο πως «δεν είχε πόδια να πάει να Την προσκυνήσει». Και λογικό να έφυγε με τον καημό: Στη συνείδηση της ολιγογράμματης Ελένης Ανδρούτσου γεννηθείσας το 1888 , η Κωνσταντινούπολη ήταν η πρωτεύουσα των Ελλήνων και η Ακρόπολη η δευτερεύουσα. Σήμερα, 29 Μαϊου 2009, εγώ η εγγονή της, κάνοντας τα ανακαλήματα μου, κοντοστέκομαι και την ακούω ξανά να παραπονιέται από τη γωνιά της, στο ξύλινο κρεββάτι: «Αχ, και να χα τα πόδια μου..»Με ακούω να τη ρωτάω περιπαιχτικά όσο περιπαιχτικά το επιτρέπει το μυαλό μιας οκτάχρονης: «Τι θα κανες αν είχες τα πόδια σου γιαγιά»; Και την ακούω να απαντάει : «θα πήγαινα στην Πόλη, άμα δεν πας εκεί δεν έχεις πάει πουθενά». Συμβαίνει μόταν σπανίως πηγαίνω στον τάφο της ν ανάψω το καντήλι της , να αναρωτιέμαι, γιατί δεν πάω στην Πόλη, αφού εγώ, τα έχω τα πόδια μου. Τι είναι αυτό που με κάνει, ενώ έχω τόσους και τόσους γνωστούς εκεί, τόσους φίλους και μάλιστα Τούρκους και Τουρκάλες που με περιμένουν και με προσκαλούν κάθε τόσο, εγώ να μην έχω πάει ωστόσο «ακόμα».
Όχι, δεν έχω κανένα αίσθημα μίσους για «την Τουρκιά» που τόσα τράβηξαν εξαιτίας της γενιές και γενιές Ρωμηών. Αν ήταν ετσι δεν θα χα φίλους στην «αντίπερα όχθη» και δεν θα χαιρόμουν με τις καθημερινές χαρές των οικογενειών τους ούτε θα λυπόμουν με τις λύπες τους. Είναι που έχω το διάβολο μέσα μου όμως: « …Ότι κάθε Έλληνας έχει δώδεκα λεγεώνες διαβόλων μέσα του», έγραφε στην ίδια επιστολή (στο Λόντο) ο παππούς Δυσσέας. Δεν ξέρω αν έχω δώδεκα, μα ένα δαίμονα, τον έχω σίγουρα. Μοιράζομαι το ίδιο ακριβώς δαιμονόπραγμα με τον παππού. Σαν κι αυτόν , από μικρή κι από μόνη μου « ήρχισα να γυρεύω τα χνάρια του ίδιου του διαβόλου». Όχι, δεν εννοώ πως θα μ αρεσε να..σκοτώνω, μη γένοιτο. Όπως γράφει ο παππούς Δυσσέας, έχω «το διάβολο που κάθε καλός άνθρωπος έχει μέσα του , που δείχνει στον άνθρωπο το δρόμο τον καλό και που εμποδίζει το δαιμονισμένο από το να πράξει το κακόν».
Για να το πω αλλιώς, η Κωνσταντινούπολη είναι γεωγραφικά, ιστορικά και πολιτισμικά, Ασιατική Ελλάδα. Κανονικά θα έπρεπε να λοιπόν να διοικείται από Έλληνες. Δεν διοικείται όμως. Σήμερα η Πόλη είναι του κράτους που λέγεται Τουρκία. Έτσι είναι. Δεν έχω μέσα μου το διάολο τον κακό. Αυτόν δηλαδή που μ ερμηνεύει να πάω να σκοτώνω Τούρκους. Έχω αυτόν που αγαπάει να τραγουδάει «εσύ Χριστό και γω Αλλάχ όμως κι οι δυο μας αχ και βαχ». Γιατί αυτό που ποτέ δεν κατάλαβαν οι Τούρκοι και ποτέ ίσως να μην το καταλάβουν, είναι πως δεν χρειάζεται ο «τόπος» σαν γεωγραφικό και γεωπολιτικό κτήμα για να φτιάξεις κοινότητα και πνεύμα, ζωή δηλαδή και πολιτισμό. Μακάρι οι φίλοι μου να «ξυπνήσουν» και να μας δώσουν πίσω την Αγια Σοφιά. Μα ο δικός μου δαίμονας μου λέει πως δεν χρειάζομαι την Αγια Σοφιά για να προσεύχομαι, μπορώ να κτίσω πολλές αλλού. Αν με χωρίζει κάτι από τους Τούρκους βαθιά στο μεδούλι, είναι η διαφορετική κοσμοθεωρία: Αυτοί νομίζουν πως «εγώ» διεκδικώ την ύλη, τις πέτρες απ όπου μ έδιωξαν επειδή εκείνοι έχουν ανάγκη το έδαφος για να νιώσουν κυρίαρχοι. Εγώ η δαιμονισμένη είμαι κυρίαρχη ετσι κι αλλιώς όμως, ακόμα και χωρίς το πατρογονικό στο Πέραν. Zoύμε για διαφορετικά πράγματα: Δεν είναι ότι μου άρπαξαν την Πόλη. Μου άρπαξαν σπίτια και χρυσό, ύλη δηλαδή. Μου άρπαξαν το κτίσμα της Θεού Σοφίας. Κι αν αισθάνονται όμορφα με το να τα κατακρατούν , ναναι καλά να τα κρατήσουν. Μόνο που δεν έγιναν «οι νικητές» πιο ήρεμοι ή πιο τυχεροί σε κάτι περισσότερο από μένα και το λαό μου. Και μόνο που πνεύμα και την αύρα του Θεού και των ανθρώπων που έζησαν εκεί ως πρόγονοί μου, τα κουβαλάω μέσα μου και είναι ανήμποροι να μου τα βγάλουν και να τα ποδοπατήσουν και να τα πορθήσουν. Την Αγια Σοφιά δεν θα μπορούσαν ποτέ να τη κτίσουν ΕΚΕΙΝΟΙ. Την ομορφιά του σπιτιού που κλεψαν δεν θα μπορέσουν ποτέ να τη διατηρήσουν και να τη συνεχίσουν ΕΚΕΙΝΟΙ . Την Αλεξιάδα της Κομνηνής δεν θα μπορέσουν ποτέ να τη συλλογιστούν και να τη γράψουν όσο και να σπουδάσουν και όσο χρυσάφι κι αν πάρουν από τα ματωμένα χρυσωρυχεία του Πόντου, την ομορφιά του αρχαίου ελληνικού κοσμήματος δεν θα τη σμιλέψουν ποτέ. Και γι αυτό είναι φίλοι μου και δεν τους εχθρεύομαι, γιατί αυτοί έχουν ανάγκη το πνεύμα μου και όχι εγω τα κτίσματα «τους» που, σαν δικά «μου» κάποτε, μπορώ ξανά χίλιες φορές να ξαναστήσω αλλού. Βεβαίως και αυτός μου ο δαίμονας, ο δικός μου δαίμονας, που κανείς δεν μπορεί να μου τον βγάλει από μέσα μου, με κάνει να επιθυμώ « μόνο έλληνες να διοικούν και να βασιλεύουν εις τους Έλληνας’, ακριβώς όπως το λεγε του Λόντου ο παππούς το 1824. Μα με το «Ελληνική διοίκηση», δεν εννοώ όπλα και στρατό. Εννοώ την εφαρμογή της κυριαρχίας του οικουμενικού ελληνικού πνεύματος. Το 1453, αυτό το πνεύμα πήγαν να πορθήσουν μαζί με τα κτίσματα, και το 1821 αυτό το πνεύμα αντιπάλεψαν. Δεν τα κατάφεραν. Κι όσο «κρατούν» την Αγια Σοφιά τζαμί ξεγελώντας εαυτούς πως είναι «μουσείο», τόσο δεν επιθυμώ να πάρω τα πολύτιμα πόδια μου να πάω στην Πόλη –και συγγνώμη γιαγιά(!)- Η Πόλη είναι παντού όπου μπορώ να ψέλνω αίνους στο Θεό μου ελεύθερα, είναι όπου μπορώ να αισθάνομαι πως ζω και δημιουργώ σε μια κοινότητα ανθρώπων, ανθρώπων σαν τον Παπαμιχαλόπουλο: Σκεφτείτε, η Ελένη του Οδυσσέα είχε κάθε λόγο να κρατά ευλαβικά ώσπου να κλείσει τα μάτια της το δακτυλίδι-θυμητάρι του άνδρα της, μα επέλεξε να το δωρίσει στον Παπαμιχαλόπουλο. Έδωσε «σ εναν άλλο» κάτι «δικό της» που όμως ήξερε πως εκείνος θα τιμούσε και θα υπερασπιζόταν με τη ζωή του. Αυτήν την περί «κατοχής» και «δύναμης» και «κυριαρχίας» και «ελευθερίας» αίσθηση και αντίληψη, είναι που δεν νιώθουν στο δικό τους μεδούλι ‘οι άλλοι» , «οι απέναντι». Και γιαυτό δεν έχω κανένα ουσιαστικό λόγο, όσο οι φίλοι μου σκέφτονται και είναι και δρουν σαν κυρίαρχοι κτισμάτων να πάω στην Πόλη.
Η αληθινή Πόλη είμαι γω, είναι η καρδιά και το μυαλό μου. Και η 29η Μαϊου, είναι για να μου θυμίζει τα πολιτικά λάθη των προγόνων μου (1453) ,είναι ένα ακόμη μνημείο (που τυχαίνει να ναι του Οδυσσέα) στο βωμό του ελληνικού οικουμενικού Πνεύματος ( 1888) και είναι και μια μέρα –αφορμή για να θυμάμαι τη γιαγιά που θελε τα πόδια της πίσω από το γερο Χρόνο, για να μπορέσει να πάει στην Πόλη. Μόνο που αυτό το τελευταίο, δηλαδή η θύμηση και η επιθυμία της γιαγιάς μου, δεν με κάνει να κλαίω και να θρηνώ, ούτε για εκείνη που δεν πήγε στην Πόλη τελικά ποτέ, ούτε για μένα που βλέπω την (πόλη) της Πόλης στην τουρκική επικράτεια. Η 29η Μαίου με κάνει να χω απλώς και μόνο τύψεις, που δεν πάω στο κοιμητήριο να της ανάβω της γιαγιάς Ελένης το καντήλι πιο συχνά. Αυτό. Τα δάκρυα τα φυλάω τώρα πια μόνο για κάτι «ζωντανούς».
Σχόλια»
No comments yet — be the first.