jump to navigation

Θέμα: Υπέρτερη Στρατηγική: Νίκη δίχως σύγκρουση – Ειρήνη δίχως Συνθηκολόγηση Απρίλιος 22, 2008

Posted by mariandr in Genika, Ελλάδα, Ελληνική Διπλωματία, Ματωμένα Χώματα, Μνήμες του λαού μου.
trackback

Στη διάρκεια της πρόσφατης ελληνοσκοπιανής διαπραγμάτευσης, πέρα από τα γνωστά ακούστηκε και κάτι αληθινά τολμηρό μέσα στην Ελλάδα: Η πολιτική εκτίμηση ότι δεν πρέπει να βιαζόμαστε να βρούμε λύση, κι ότι τα Σκόπια οδεύουν αναπόφευκτα σε διαλυτική κρίση, μετά την οποία είτε δεν θα υπάρχουν, είτε θα υπάρξουν με πολύ διαφορετική μορφή. Οπότε δεν έχει νόημα να σπεύσουμε να υποχωρήσουμε απέναντι σε ένα κράτος που βρίσκεται σε δεινή θέση κι αύριο θα έχει διαλυθεί ή θα έχει μετασχηματιστεί ουσιωδώς. Μόνιμη λύση μπορεί να υπάρξει μετά την «τελική ρύθμιση» του εσωτερικού προβλήματός του.


Βέβαια, κάποιοι θα μπορούσαν να αντιτείνουν ότι στην διπλωματία δεν μπορείς να «διαλέγεις» τους αντιπάλους σου, ούτε να «εύχεσαι» να εξαφανιστούν ή να αλλάξουν. Είσαι υποχρεωμένος να συνδιαλέγεσαι με αυτούς που έχεις απέναντί σου κάθε φορά, και να προσπαθείς να λύσεις τα υφιστάμενα προβλήματα, με την μορφή που έχουν κάθε φορά, όχι με τη μορφή που θα ήθελες να έχουν.
Είναι έτσι τα πράγματα; Όχι ακριβώς…
Υπάρχουν πολλά παραδείγματα χρόνιων προβλημάτων και διεθνών κρίσεων, που αντιμετωπίστηκαν όχι με τη λογική «να τα κλείσουμε όπως-όπως», αλλά με τη λογική να τα διατηρήσουμε ανοικτά, αν δεν μπορούμε να τα λύσουμε πραγματικά. Και να περιμένουμε την αποδυνάμωση του αντιπάλου, πριν επιτύχουμε πολύ ευνοϊκότερη λύση. Mια εσπευσμένη κακή «λύση» συχνά αποδεικνύεται πολύ χειρότερη από το αρχικό πρόβλημα…

Το δόγμα Αντενάουερ, οι επικριτές του και η δικαίωσή του

Εδώ αξίζει να μνημονεύσουμε τον Αντενάουερ, ένα μεγάλο δυτικογερμανικό πολιτικό που αρνήθηκε να «κλείσει» ένα πρόβλημα, παρά τις πιέσεις συμμάχων και αντιπάλων, αρνήθηκε να αναγνωρίσει μια «διεθνή πραγματικότητα», κατηγορήθηκε από πολλούς, τα πράγματα χειροτέρεψαν για τη χώρα του, αλλά τελικά δικαιώθηκε πλήρως:
Το 1952 ο Στάλιν πρότεινε την ενοποίηση της Γερμανίας, που θα γινόταν ουδέτερη, πράγμα που θα οδηγούσε σε «απεμπλοκή» των δύο αντίπαλων συνασπισμών στην Ευρώπη. Προς στιγμήν ο Αμερικανός Πρόεδρος Τρούμαν το σκέφτηκε σοβαρά. Ο Τσώρτσιλ, αποδέχθηκε ενθουσιωδώς της «πρόταση Ειρήνης» (Peace Note) του Στάλιν. Αλλά ο Αντενάουερ, την αρνήθηκε απερίφραστα.
Η πρόταση οδηγούσε σε μια χαλαρή συνομοσπονδία δύο τομέων, όπου θα επικρατούσαν οι κομμουνιστές στο ανατολικό τμήμα και οι αντικομμουνιστές στο δυτικό. Δεν θα υπήρχε επιβολή της αρχής της πλειοψηφίας συνολικά, η κεντρική κυβέρνηση θα ήταν αποδυναμωμένη, ενώ προβλέπονταν πολλαπλά βέτο, σε όλους τους τομείς. Ο Αντενάουερ κατήγγειλε ότι αυτό ήταν περισσότερο «συγκυριαρχία διεθνών επιρροών στη χώρα του», παρά αληθινή επανένωση.
Διακήρυξε ακόμα ότι ένα πολιτικό σύστημα με τέτοιες θεσμικές ακαμψίες, τέτοιες αγκυλώσεις, τόσα βέτο και τέτοια γραφειοκρατία, δεν μπορούσε να αναπτυχθεί, ούτε να παίξει σημαντικό ρόλο διεθνώς, ούτε να εκδημοκρατιστεί εσωτερικά, ούτε να επιτύχει υψηλά επίπεδα κοινωνικής ευημερίας. Εξυπηρετούσε τα σχέδια των δυτικών συμμάχων και των σοβιετικών για «απεμπλοκή» στην Ευρώπη, αλλά δεν εξυπηρετούσε το εθνικό συμφέρον του Γερμανικού λαού, δεν απελευθέρωνε τον δυναμισμό του, μονιμοποιούσε την περιθωριοποίησή του, τον καθιστούσε στο διηνεκές «παρία» της Ευρώπης.
Μετά το 1956 άρχισαν αλλεπάλληλες κρίσεις στην Ευρώπη, με επίκεντρο το καθεστώς του Βερολίνου. Οι κρίσεις αυτές οδήγησαν στην δημιουργία του περιβόητου «τείχους»…
Τότε ασκήθηκε σκληρή κριτική στον Αντενάουερ: ότι η άρνησή του να αποδεχθεί το Σταλινικό Peace Plan του 1952 είχε οδηγήσει σε σημαντική επιδείνωση της κατάστασης σε ολόκληρη την Ευρώπη και οριστικοποίησε της διχοτόμησης της Γερμανίας
Στο μεταξύ ο Αντενάουερ αρνήθηκε να αναγνωρίσει το ανατολικογερμανικό καθεστώς. Επί των ημερών του μάλιστα, επιβλήθηκε το δόγμα Hallstein, σύμφωνα με το οποίο η Βόννη αρνιόταν να έχει ομαλές διπλωματικές σχέσεις με όποια χώρα αναγνώριζε το ανατολικογερμανικό καθεστώς.
Όμως, μετά το 1965, η μία μετά την άλλη οι χώρες του Τρίτου Κόσμου άρχισαν να αναγνωρίζουν την Ανατολική Γερμανία. Το ίδιο έκαναν αργότερα και οι δυτικές χώρες. Το δόγμα Hallstein αποδυναμώθηκε, ή ίδια η Δυτική Γερμανία άλλαξε στάση απέναντι στους Ανατολικογερμανούς, άρχισε να τους χρηματοδοτεί, αλλά ουδέποτε τους αναγνώρισε.
Μέχρι το θάνατό του, ο Αντενάουερ απαντούσε στους επικριτές του, ότι η επανένωση μπορούσε να επιτευχθεί μόνο αν η Δυτική Γερμανία αναπτυσσόταν μέσα σε μιαν ισχυρή δυτική Ευρώπη, κι αν η ΕΣΣΔ αποδυναμωνόταν, προκαλώντας καθεστωτική κατάρρευση της Ανατολικής Γερμανίας.
Πολλοί επικριτές του απαντούσαν ότι ο χρόνος δεν κύλαγε υπέρ της ενοποίησης της Γερμανίας, αλλά εναντίον της. Η ΕΣΣΔ δεν αποδυναμωνόταν αλλά δυνάμωνε. Το ανατολικογερμανικό καθεστώς δεν έχανε σε διεθνής επιρροή, αλλά κέρδιζε σε διεθνή αναγνώριση.
Τελικώς, όμως, ήταν ο Αντενάουερ που δικαιώθηκε πλήρως…

Αναλογίες και διαφορές

Οι αναλογίες με την περίπτωση της Κύπρου και του Σχεδίου Ανάν, αλλά και με την περίπτωση του Σκοπιανού είναι προφανείς:
* Στην Κύπρο το 2004 ο Τάσσος Παπαδόπουλος αρνήθηκε την ψευδεπίγραφη επανένωση, όπως ακριβώς ο Αντενάουερ είχε αρνηθεί την «ένωση της Γερμανίας» που πρότεινε ο Στάλιν το 1992.
* Στην Κύπρο το Σχέδιο Ανάν πρότεινε ένα κρατικό μόρφωμα «ακυβέρνητης πολιτείας», με αλλεπάλληλα βέτο, θεσμικές ακαμψίες και έξωθεν ελεγχόμενη ακυβερνησία, όπως ακριβώς το Σχέδιο του Στάλιν για τη Γερμανία.
* Και στην Κύπρο η προοπτική πραγματικής επίλυσης του Κυπριακού περνάει από την ενσωμάτωση της Κύπρου στην Ευρώπη και την αναπτυξιακή δυναμική της, όπως ακριβώς είχε διακηρύξει και ο Αντενάουερ για την προοπτική αληθινής επανένωσης της Γερμανίας ήδη από το 1952.
* Και στην Κύπρο ο Τάσσος Παπαδοπουλος πόνταρε στη μελλοντική κρίση του Κεμαλικού καθεστώτος της Τουρκίας, που θα οδηγήσει στη διάλυση του ψευδοκράτους. Όπως ακριβώς ο Κόνραντ Αντενάουερ πόνταρε στην κατάρρευση της ΕΣΣΔ, που θα οδηγούσε σε διάλυση του ανατολικογερμανικού καθεστώτος.
* Και στα Σκόπια η Ελλάδα αρνήθηκε να αναγνωρίσει ένα αλυτρωτικό καθεστώς που βρίσκεται δίπλα της. Όπως ακριβώς η Δυτική Γερμανία είχε αρνηθεί να αναγνωρίσει ένα κατοχικό καθεστώς που βρισκόταν δίπλα της.
* Και στην περίπτωση των Σκοπίων, η Ελλάδα βλέπει τις υπόλοιπες χώρες, μεταξύ των οποίων και σύμμαχοί της, να αναγνωρίζουν τα Σκόπια ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας», όπως ακριβώς η Δυτική Γερμανία επί τέσσερις δεκαετίες έβλεπε όλο τον υπόλοιπο κόσμο (μεταξύ των οποίων και όλους του Νατοϊκούς συμμάχους της) να αναγνωρίζουν πλήρως το ανατολικογερμανικό καθεστώς.
* Και στην περίπτωση των Σκοπίων η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να περιμένει την κατάρρευση των Σκοπίων για να λυθεί το πρόβλημα του αλυτρωτισμού τους. Όπως η Δυτική Γερμανία περίμενε πολύ υπομονετικά την κατάρρευση του ανατολικογερμανικού καθεστώτος για να επιτύχει την επανένωση.
Υπάρχουν, ωστόσο, και σημαντικές διαφορές: Κυριότερη, ότι η Γερμανία ήταν ένα έθνος τεχνητά διαμελισμένο. Η Κύπρος αποτελείται από δύο διαφορετικές εθνοτικές ομάδες. Ενώ και στην Ελληνοσκοπιανή διαφορά έχουμε διαφορετικούς λαούς…
Όμως στην Κύπρο το διαμελισμό το συντηρεί και τον στηρίζει η παρουσία των τουρκικών στρατευμάτων κατοχής, όχι οι «εθνοτικές διαφορές» του λαού της. Αν αποσυρθούν τα στρατεύματα κατοχής, τότε η επανένωση θα είναι αναπότρεπτη. Οι Τουρκοκύπριοι γνωρίζουν όλοι Ελληνικά και η προκοπή τους εξαρτάται από τις σχέσεις τους με τους Ελληνοκυπρίους και την ένταξή του στην Ευρώπη, όχι από τις δυνάμεις κατοχής και την Τουρκία. Άλλωστε, οι περισσότεροι έχουν ήδη ζητήσει κι έχουν πάρει Κυπριακό διαβατήριο. Συνεπώς, η οριστική επίλυση του Κυπριακού συσχετίζεται απόλυτα με την κατάρρευση του Κεμαλισμού στην Τουρκία, την αποδυνάμωση των στρατοκρατών στην Άγκυρα και τον εξαναγκασμό τους να αποσύρουν τα στρατεύματα κατοχής από την Κύπρο. Όπως ακριβώς η κατάρρευση του Σοβιετικού καθεστώτος και ο εξαναγκασμός του Σοβιετικού στρατού σε αποχώρηση οδήγησε σε επανένωση της Γερμανίας.
Σε ό,τι αφορά τα Σκόπια, ασφαλώς ο λαός τους είναι διαφορετικής εθνοτικής σύνθεσης από την Ελλάδα. Αλλά οι Σκοπιανοί είναι και διαφορετικής εθνοτικής σύνθεσης μεταξύ τους. Ήδη αλληθωρίζουν προς την Αλβανία, το Κόσσοβο και τη Βουλγαρία…
Η Ελλάδα μπορεί να αρνηθεί την αναγνώριση των Σκοπίων από την πλευρά της, χωρίς να αγωνιά τι θα συμβεί «αν τα αναγνωρίσουν όλοι οι άλλοι ως Μακεδονία». Λόγω της εσωτερικής τους ανομοιογένειας και των αντιθέσεων μεταξύ τους δεν θα αντέξουν για πολύ. Ιδιαίτερα μετά την απόσχιση του γειτονικού Κοσσόβου…
Η Ελλάδα δεν «εύχεται» ούτε «επιδιώκει» τη διάλυση των Σκοπίων. Αλλά ούτε και τη φοβάται. Αρνείται να αναγνωρίσει ένα διακηρυγμένο αλυτρωτισμό που στρέφεται εναντίον της. Το πρόβλημα είναι ότι χωρίς τον αλυτρωτισμό αυτό δεν μπορούν να υπάρξουν στα Σκόπια ως «ενιαίο εθνικό κράτος Μακεδόνων». Ένα ασταθές κρατίδιο σε τροχιά διαλυτικής κρίσης, ασφαλώς δυναμιτίζει ολόκληρη την περιοχή στο διηνεκές.
Η μονιμοποίηση της αστάθειας δεν παράγει σταθερότητα.
Και η νομιμοποίηση του αλυτρωτισμού δεν παράγει σχέσεις καλή γειτονίας και Ειρήνη.

Ισχύς, κοινωνική συνοχή και καθεστωτική σταθερότητα

Η συνοχή μιας κοινωνίας είναι κορυφαίος συντελεστής ισχύος. Και η κατάρρευση αυτής της συνοχής αποδυναμώνει μια χώρα και επηρεάζει καθοριστικά τις σχέσεις της με τις υπόλοιπες.
Όταν επιθυμεί μια χώρα να κερδίσει μια διεθνή διαμάχη δίχως να συνθηκολογήσει και δίχως να πολεμήσει, προσπαθεί να θωρακίσει την κοινωνική της συνοχή, να επιταχύνει την οικονομική της ανάπτυξη και ευημερία, ενώ ταυτόχρονα ο αντίπαλος μένει πίσω και βλέπει την εσωτερική του συνοχή να αποδυναμώνεται, ακόμα κι αν κερδίζει εξωτερικά ερείσματα, βλέπει την καθεστωτική του συνοχή να διαλύεται, ακόμα κι αν διατηρεί τη στρατιωτική του υπεροχή. Πράγματι, λίγο πριν καταρρεύσει η ΕΣΣΔ βρισκόταν στο «απόγειο» της στρατιωτικής ισχύος της και της διεθνούς της επιρροής. Κι όμως λίγο αργότερα κατέρρευσε…
Το να συνεκτιμήσει η Ελλάδα την καθεστωτική σταθερότητα της Τουρκίας ή την κοινωνική συνοχή των Σκοπίων δεν είναι «παράδοξο». Είναι αναγωγή των ανταγωνισμών σε συσχετισμούς ισχύος. Είναι αναγνώριση του γεγονότος ότι η εξωτερική ισχύς μιας κοινωνίας είναι συνάρτηση της εσωτερικής της συνοχής και της σταθερότητάς της. Είναι πολιτικοποίηση της διπλωματίας.
Επιτρέπει σε μια χώρα να επεξεργαστεί στρατηγική Νίκης χωρίς σύγκρουση. Και να θεμελιώσει πολιτική Ειρήνης χωρίς συνθηκολόγηση. Κι αυτό την καθιστά όχι μόνο «θεμιτή προσέγγιση» (legitimate approach), αλλά «υπέρτερη στρατηγική» (dominant strategy).
— Είναι υπέρτερη γιατί είναι μετριοπαθής χωρίς να είναι ηττοπαθής. Συγκρατεί αποτελεσματικά και τη ροπή προς τη ρήξη και τη ροπή προς η συνθηκολόγηση. Άρα, ταιριάζει περισσότερο σε δημοκρατικές κοινωνίες.
— Είναι ευέλικτη και προσαρμοστική, επιτρέπει τη διόρθωση σφαλμάτων και δεν εξαρτάται από τυχαία γεγονότα ή «στιγμιαίες ευκαιρίες». Άρα ταιριάζει στη ρευστότητα ενός δυναμικού συστήματος διεθνών ισορροπιών.
— Επιτρέπει να διατηρούνται οι υπέρτατες φιλοδοξίες με τα ελάχιστα ρίσκα. Άρα νομιμοποιείται ευκολότερα μέσα σε κάθε κοινωνία, και δεν απειλεί την διεθνή ασφάλεια.
Αυτό ακριβώς – στρατηγική Νίκης δίχως σύγκρουση και πολιτική Ειρήνης δίχως συνθηκολόγηση – υπήρξε η Δυτική στρατηγική «ανάσχεσης» της ΕΣΣΔ (η περιβόητη containment) σε όλη τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Πόνταρε στην προοπτική εσωτερικής αποσύνθεσης της ΕΣΣΔ, αν σταματούσε η επέκταση της επιρροής της. Αμφισβητήθηκε πολλές φορές κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Αλλά δικαιώθηκε πλήρως.
Παραδοσιακά διαφωνούν με αυτή την προσέγγιση τρείς κατηγορίες ανθρώπων:
• Όσοι επιδιώκουν το συμβιβασμό με όλους τους τρόπους.
• Όσοι επιδιώκουν τη σύγκρουση σε όλα τα μέτωπα.
• Κι όσοι δεν βλέπουν ότι η διπλωματία πρέπει να υποτάσσεται στην πολιτική, όχι το αντίστροφο.
Μ’ άλλα λόγια διαφωνούν μόνον οι ακραία ενδοτικοί, οι ακραία επιθετικοί και οι α-πολίτικοι «τεχνοκράτες» της διπλωματίας.
Η πολιτική επανέρχεται στο προσκήνιο παραμερίζοντας ιδεολογήματα συνθηκολόγησης, «χαμένων ευκαιριών» (για πλήρη συνθηκολόγηση), μοιρολατρίας, ηττοπάθειας, απελπισίας και συγκρουσιακών λογικών.
Η πολιτική επανέρχεται στο προσκήνιο για όσους το μπορούν. Κι όσους το αντέχουν. Η ελληνική κοινωνία και το μπορεί και το αντέχει…

(Αναδημοσίευση από την ιστοσελίδα του Δικτύου 21, αρθρο του Χρύσανθου Λαζαρίδη, καταχωρηθέν στις 4 Απριλίου 2008)

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: