jump to navigation

Ο Νίκος Χατζηευαγγέλου και οι 7 ερωτήσεις του στους διανοούμενους της Γενιάς του Μεσοπολέμου –Το νόημα της ζωής και του Θανάτου. Απρίλιος 29, 2008

Posted by mariandr in Ελλάδα, Θρησκεία, Κοινωνία, PALAIA KIMENA TOU 2008.
trackback

*Της: ΜΑΡΙΑΝΝΑΣ ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΥ

Στις 13 Οκτωβρίου 1933, ο Φώτης Πολίτης γράφει στην εφημερίδα «Πρωϊα», μια επιφυλλίδα με τίτλο «Νεανική απελπισία»: «… Η πνευματική αποτίμηση του υλικού γεγονότος της ζωής μας, είναι και ο μοναδικός της ζωής μας σκοπός..Η απογοήτευση για τη ζωή δείχνει έλλειψη αυτοκριτικής ικανότητας κι έλλειψη θάρρους για να αντιμετωπιστεί ολοκληρωτικά μια τέτοια κατάσταση αρρωστιάρικη..που μπορεί να οδηγήσει στο οριστικό ναυάγιο μίας ολόκληρης ζωής. Κι αυτό είναι μια ανανδρία…»

Στην πραγματικότητα, ο Πολίτης απαντά σε επιστολή «ενός βαθύτατα πνευματικού νέου». Περί τίνος πρόκειται;

Πέντε χρόνια νωρίτερα, το 1928, ένα φυματικό αγόρι στα δεκαπέντε του, γνωρίζει στο Σανατόριο τη μεγάλη ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη. Το αγόρι, στερημένο από μητρική στοργή και μοναχικό μέσα στην αναγκαστική μοναξιά του που τη διέκοπτε η συντροφιά δύο μεγάλων καθηγητών επίσης νοσηλευόμενων, καταλήγει στην απόφαση πως μόλις μπορέσει να σηκωθεί από το κρεββάτι, θα ξεφύγει από όλους και θα πάει να αυτοκτονήσει. Περιττή η ζωή… «Όλα τα γεγονότα, τα σχετικά με τη ζωή, το θάνατο, το αναίτιο, το περιττό, το μάταιο, το τίποτα.. όλα μαύρα», θα πει. Τίποτε όμως δεν είναι τυχαίο. Σύντομα, θα ανακαλύψει στο πρόσωπο της επίσης φυματικής ποιήτριας την τέλεια αφορμή για να πάρει στα σοβαρά το δικό του , προσωπικό φλερτ με το θάνατο και να το αποφασίσει οριστικά: Το αγόρι βάζει στόχο του να βρει απάντηση στο ερώτημα του περί του νοήματος της ζωής και του θανάτου.

Μεγαλώνοντας, ο δημοσιογράφος πια του «Ελεύθερου Ανθρώπου» και της «Πρωϊας» Νίκος Αγγέλου (ψευδώνυμο του Νίκου Χατζηευαγγέλου), αυτός ο «πνευματικός νέος» για το… χατίρι του οποίου ο Πολίτης γράφει τη «Νεανική Απελπισία», σκέπτεται επτά ερωτήσεις που αποφασίζει να τις θέσει στους Έλληνες διανοούμενους της γενιάς του. Αυτοί, δεν ήταν άλλοι από αυτούς που οι ιστορικοί της Λογοτεχνίας αποκαλούν σήμερα «η γενιά του Μεσοπολέμου». Ο Αγγέλου, είναι τυχερός και πείσμων. Ονόματα «τρανταχτά» της εποχής, σαν τους Γιώργο Δροσίνη, Ηλία Βενέζη, Αγρα Τέλλο, Παντελή Χορν, Αιμίλιο Βεάκη, Κωστή Παλαμά, Στρατή Μυριβήλη, απαντούν στα επτά , «πάγια» υπαρξιακά προβλήματα που απασχολούν και τον ίδιο. Υπήρξαν και πολλοί άλλοι, που τον ταλαιπώρησαν αρκετά μέχρι να του απαντήσουν , σαν το Νίκο Καζατζάκη που χρειάστηκε τέσσερα χρόνια για να πειστεί να απαντήσει στο ερώτημα « ποια κεντρική ιδέα πρέπει να οδηγεί τον άνθρωπο στη ζωή»; με την εξής-διάσημη πια φράση: «να μη φοβάσαι τίποτα, να μην ελπίζεις τίποτα, να σαι λέφτερος». Υπήρξαν τέλος και κάποιοι άλλοι, που δεν θέλησαν που φοβήθηκαν , ή που δεν καταδέχθηκαν να απαντήσουν, σαν το Γιώργο Σεφέρη που του πε «όταν τις απαντήσεις που συγκεντρώσατε τις εκδώσετε σε τόμο, τότε τα ξαναλέμε».

Ας δούμε τι απέγινε με αυτές τις απαντήσεις:

1989: ο Νίκος Αγγέλου, «συμφιλιωμένος με το Μηδέν και το Άπειρο», όπως είχε “παραγγείλει” διά της ποίησης του ο αγαπημένος της Πολυδούρη , αυτόχειρας Κώστας Καρυωτάκης, αφήνει την επίγεια ζωή του, έχοντας προλάβει να δημιουργήσει: « Αν σε κυριέψουν οι σκέψεις για το νόημα της ζωής και βυθιστείς σε φουρτουνιασμένους ωκεανούς.. θα βρεις επικίνδυνους ύφαλους..την τρέλλα και την αυτοκτονία…», τουχε επισημάνει κάποτε στο Σανατόριο ο φυματικός πανεπιστημιακός που του είχε συστήσει και την Πολυδούρη, και ο Αγγέλου, «αφήκε το πνεύμα» αφού πρώτα «στοχάστηκε δημιουργικά κι όχι αρρωστιάρικα»: έκανε οικογένεια, έγινε εκδότης ο ίδιος (της εφημερίδας «Λαός»), αγωνίστηκε κατά των Γερμανών κατακτητών, πάλεψε για το Κυπριακό, συνεργάστηκε στενά με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή , αγωνίστηκε για την παροχή σύνταξης στους αγρότες, μα δεν πρόλαβε να βγάλει σε βιβλίο το ανέκδοτο αρχείο με τις απαντήσεις των διανοουμένων, απαντήσεις σε ερωτήματα που αρχικά πανικόβαλαν- όπως ο ίδιος ο Αγγέλου γράφει στις σημειώσεις του, τους «μεγάλους» της εποχής όταν τα πρωτοδιάβασαν.

2003: Το καθήκον της εκπλήρωσης του ονείρου του πατέρα της να μάθουν οι Έλληνες τι και πώς σκέπτονταν για τη ζωή και το θάνατο οι πνευματικοί άνθρωποι της πατρίδας μας, να διαβάσουν τα παιδιά των Ελλήνων τις απαντήσεις όλων αυτών «για να γίνουν με ακονισμένο μυαλό και ευαίσθητη ψυχή άνθρωποι», όπως ο ίδιος έγραψε κι ευχήθηκε «με όλη του την καρδιά και την αγάπη», ανέλαβε η κόρη του, η Κατερίνα Κοκκίνη. Χάρη στις ενέργειές της, οι σημειώσεις του πατέρα της ο οποίος ετοίμαζε το βιβλίο μα «δεν πρόλαβε», μαζί με τις ερωτήσεις και τις απαντήσεις «των μεγάλων», αποτυπώθηκαν στο απαράμμιλλης αισθητικής και εκδοτικής φροντίδας βιβλίο «Η Φιλοσοφία της Ζωής»(εκδόσεις Εσοπτρον), που επιμελήθηκαν με περισσή ευλάβεια στη μνήμη τόσο του Νίκου Αγγέλου όσο και των διανοουμένων της πονεμένης παντοιότροπα «Γενιάς του 30», οι :Ουρανία Τουτουντζή και Βασίλειος Μπακούρος.

2008,Μεγάλη Εβδομάδα: Στην προσωπική μου πορεία προς τον έσω Άδη, υποβάλλοντας στον εαυτό μου το ενοχλητικό ερώτημα για τη δική μου «κεντρική ιδέα της ζωής και της αναζήτησης μιας μεταθανάτιας», φυλλομέτρησα αδιάφορα το βιβλίο που μου δώρισαν: ήταν το «Φιλοσοφία της Ζωής» και «τυχαία» ανακάλυψα στις σελίδες του πώς ένας συνάδελφος δημοσιογράφος που αν ζούσε τώρα θα ήταν 95 ετών, βασανιζόμενος από το περί νοήματος της ύπαρξης μας ερώτημα, κατόρθωσε να αποσπάσει και να συγκεντρώσει τις σχετικές με αυτόν τον προβληματισμό ανέκδοτες, μύχιες σκέψεις του πνευματικού κόσμου. Ενός κόσμου που είχε το τραγικό προνόμιο του να ζήσει δύο παγκόσμιους πολέμους, αλλά « αφού και η σύγκρουσις και δύο λίθων ακόμη δημιουργεί φως, δεν θα λείψουν οι πόλεμοι παρά όταν ο μισός άνθρωπος δεν θα ημπορέση να πολεμήση με τον άλλο μισό», όπως ομολόγησε ο Δημήτρης Καμπούρογλου στον Αγγέλου που ρωτούσε αν θα σταματήσουν ποτέ οι πόλεμοι… Ενός κόσμου που , έλεγε σαν τον Δροσίνη «η ζωή είναι τόσο μικρή ώστε φεύγουμε χωρίς να προλάβουμε να βγάλουμε συμπέρασμα», που ομολογούσε σαν τον Δημοσθένη Βουτυρά πως η ζωή είναι «μια κωμωδία απέραντη…σκληρή, αστεία και βρώμικη», αλλά κι ενός κόσμου που παρότρυνε σαν τον Παύλο Γνευτό « μη φοβού το Θεόν, αλλα αγάπα τον Θεόν.. όχι ανθρώπους θεοφοβούμενους, μα ανθρώπους θεοαγαπούμενους». Ενός κόσμου που σαν τον Καζαντζάκη, ώριζε τη θρησκευτική πίστη εργαλείο κι ανάγκη των αδυνάτων, μα και που σαν τον Φώτη Κόντογλου, πίστευε πως « σήμερα πολύ λίγοι άνθρωποι έχουν δυνατή ψυχή ώστε να είναι θρήσκοι κι ακόμα πιο λίγοι όσοι έχουν το κουράγιο να το πούνε. Η απιστία δεν είναι μόνο έλλειψη ποιήσεως, αλλά και εύκολος δρόμος να τον παίρνουν οι συνηθισμένοι άνθρωποι πουχουνε στην τσέπη τους γεμάτη από επιχειρήματα ευκολόβρετα».

Λίγο πριν την Ανάσταση: Ας ευχηθούμε μεταξύ μας, ο ένας με τον άλλον, κάνοντας τη δική μας «Φιλοσοφία της Ζωής», να μην επαναλάβουμε σαν τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη «αν είναι κάτι που με τυραννεί σαν εφιάλτης… είναι ότι πρόκειται να φύγω από τη ζωή χωρίς να έχω μάθει τίποτε για αυτή, για την ουσία της, το ρυθμό της…»

Είναι καλύτερα για μας να πούμε σαν τον Κόντογλου: «Χωρίς αγάπη και θυσία, μ άλλα λόγια χωρίς τέχνη και θρησκεία, η ζωή είναι πράγμα χωρίς σκοπό και χωρίς ουσία» και να σκεφτούμε σαν τον Αιμίλιο Βεάκη: όταν η Πίστη εδραιωθεί μέσα μας για ένα καθήκον που μας επιβάλλεται σαν εσωτερική ανάγκη, ..όταν η ψυχή φτάσει στον ανώτερο βαθμό που το άτομο δεν είναι άτομο και το εγώ μας δεν είναι Εγώ, μα είναι ο Ανθρωπος κατάντικρυ στο Θεό, τότε, σαυτό το σημείο όταν φθάσει ο άνθρωπος, θαχει ξεκαθαρίσει μέσα του και τι σημαίνει «αγαπη στους συνανθρώπους».

*Δημοσιεύθηκε στην «Α» της Κυριακής του Πάσχα 27-04-08

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: