jump to navigation

ΠΑΛΙΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ*** Μαΐου 2, 2008

Posted by mariandr in DIETHNIS POLITIKI, Ομογένεια, Παλαιά κείμενα του 2007, PAGOSMIOPOIISI.
trackback

1. H ΔΙΑΔΗΛΩΣΗ ΤΗΣ ΛΟΥΙΖΙΑΝΑ ΚΑΙ Ο ΑΒΡΑΑΜ ΛΙΝΚΟΛΝ: μια από τις οψεις της αμερικανικής κοινωνίας του σήμερα.

Προσπαθούσα να ανοίξω τα μάτια μου μετά το γλέντι της προηγούμενης νύχτας σε ένα ιρλανδικό μπαρ στο Σπρινγκφιλντ των ΗΠΑ, κι ο αμερικανικός καφές που μου σέρβιραν στην τραπεζαρία του ξενοδοχείου όπου διέμενα, δεν βοηθούσε πολύ σ αυτό.

Καθώς ρουφούσα απρόθυμα τον καυτό καφέ μου σκεπτόμενη πως στη χώρα «που ταχει όλα» το ελληνικότατο φραπέ είναι παντελώς άγνωστη έννοια στους αμερικανούς πολίτες και νοσταλγώντας «μια φραπεδιά κάτω από τον αττικό ήλιο», το βλέμμα μου πλανήθηκε στην αίθουσα κι έπεσε πάνω στην τηλεοπτική γιγαντοοθόνη. Το CBS είχε ειδήσεις και γω δεν πίστευα στα αυτιά και στα μάτια μου: Η τηλεόραση έδειχνε μια διαδήλωση 50.οοο ανθρώπων στην Τζίνα της Λουϊζιάνα, που διαμαρτύρονταν για τον τρόπο με τον οποίον αντιμετώπιζε η αμερικανική δικαιοσύνη τον ξυλοδαρμό που είχε υποστεί λευκός μαθητής από έξι μαύρους συμμαθητές του το προηγούμενο καλοκαίρι. Μετά ο ρεπόρτερ παρουσίαζε απανωτές γνώμες πολιτών. Λευκών, μαύρων, μικρών, μεγάλων, εργατών, υπαλλήλων, ψυχολόγων, εκπαιδευτικών, λογής –λογής δηλαδή ανθρώπων ,κάθε κοινωνικού και μορφωτικού επιπέδου. Όσο κι αν μου φαινόταν ασύλληπτο, ε, ναι! Αρκετοί από αυτούς που σχολίαζαν τη διαδήλωση, είχαν –κατ εμέ και κατά τις πολιτικοφιλοσοφικές παραδόσεις της Δημοκρατίας της δικής μου χώρας, εμφανώς ρατσιστικές αντιλήψεις.

Καταρχάς, ποιο ήταν το αρχικό γεγονός που είχε πυροδοτήσει αυτές τις διαδηλώσεις που παρέπεμπαν , εν έτει 2007, στη δεκαετία του 50 και του 60 και σ εκαναν να νοσταλγείς τη Ρόζα Παρκς, τον Μάλκολμ Χ και τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ;

Το περσινό καλοκαίρι, ένας μαύρος μαθητής του γυμνασίου της Τζίνα, ρώτησε τον γυμνασιάρχη αν μπορούσε να κάτσει κάτω από το μεγάλο δέντρο της σχολικής αυλής, όπου παραδοσιακά κάθονταν λευκοί. Ο γυμνασιάρχης απάντησε θετικά, καθώς όμως οι ερωταπαντήσεις δόθηκαν στη διάρκεια της γενικής συνέλευσης και συνεπώς μάρτυρες του σκηνικού ήταν όλοι οι μαθητές, την επομένη, κάποιοι εξ αυτών , κρέμασαν τρεις αγχόνες στα κλαριά του δέντρου, επιδιώκοντας προφανώς να προειδοποιήσουν τον μαύρο συμμαθητή τους για την τύχη που τον περίμενε αν τολμούσε να κάτσει κάτω από το δέντρο. Μια τύχη, όμοια με αυτήν που είχαν οι χιλιάδες μαύροι πρόγονοι του μαθητή αυτού, μια τύχη στην οποία ο Αβραάμ Λίνκολν, φρόντισε να θέσει τέρμα όταν κήρυξε την απελευθέρωση των σκλάβων πληρώνοντας την απόφασή του με τη δολοφονία του.

Στη θέα των σκοινιών που κρέμονταν στο δέντρο, τα πνεύματα των μαθητών ερεθίστηκαν, οι μαύροι ξεσηκώθηκαν, κι ένας λευκός μαθητής έφαγε το ξύλο της χρονιάς του από έξι μαύρους που δικάστηκαν ένα χρόνο μετά. Οι πέντε αθωώθηκαν, ο έκτος όμως προφυλακίστηκε για απόπειρα ανθρωποκτονίας, με αποτέλεσμα να ξεσηκωθούν 50χλιάδες διαδηλωτές φωνάζοντας για το πώς αντιλαμβάνονται την έννοια του δικαίου τα αμερικανικά δικαστήρια και εκτιμώντας ότι ο έκτος «πλήρωσε τη νύφη» όχι γιατί χτύπησε περισσότερο απ τους συνεργούς του το συμμαθητή του , αλλά γιατί είχε ήδη βεβαρημένο ποινικό μητρώο.

Σημαντική λεπτομέρεια για μένα: το πρωϊνό εκείνο, βρισκόμουν , όπως ήδη είπα, στο Σπρινγκφιλντ, την πατρίδα του Αβραάμ Λίνκολν, του απελευθερωτή των μαύρων, του 16ου προέδρου που , επέλεξε ,στη ντροπή του αμερικανικού εμφυλίου πολέμου και μέσα στη δίνη του, να προτάξει τη ισότητα, την ισοπολιτεία και την ελευθερία και των μαύρων κατοίκων της ηπείρου, καταργώντας τη δουλεία με την «προκήρυξη χειραφέτησης» και καθιστώντας έτσι το αμερικανικό σύνταγμα ουσιαστικό εγγυητή της φυσικής ελευθερίας των ανθρώπων. Τι θα έλεγαν άραγε οι κάτοικοι του Σπρίνγκφιλντ για όλα αυτά; Θυμήθηκα την ερώτηση που είχα απευθύνει σε μια μαθήτρια του σχολείου της περιοχής, ένα σαρανταοκτάωρο νωρίτερα: «Θα παντρευόσουν ποτέ μαύρο»; Τα κορίτσι είχε αισθανθεί αμήχανα: «Ξέρετε, εντάξει, δεν είμαστε ρατσιστές, αλλά… ζούμε σε μικρή κοινωνία, θα με πίεζαν, θα μου λεγαν ότι διαφέρω από αυτόν και θα με ρωτούσαν συνέχεια πώς μπόρεσα να κάνω κάτι τέτοιο….»

Θυμήθηκα πώς είχε παρέμβει τότε ο Βρετανός που ήταν ένα από τα μέλη της ευρωπαϊκής αντιπροσωπείας ( ως μέλη αυτής , επισκεπτόμασταν, συνολικά 21 άτομα τις ΗΠΑ, σε μια προσπάθεια ανταλλαγής πληροφοριών για τις ομοιότητες και διαφορές μεταξύ της ευρωπαϊκής και αμερικανικής κουλτούρας, καθώς και σε μια προσπάθεια διακρίβωσης του πώς διαμορφώνονται η αμερικανική και η ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική αντίστοιχα). Ήταν σχεδόν ειρωνικό, σκεφτόμουν. Να σαι στη γενέτειρα του Λίνκολν, όπου θα έπρεπε να βλέπεις τους πλέον φιλελεύθερους πολίτες , και αντ αυτού, ένας Αγγλοσάξονας , απόγονος ανθρώπων που ευθύνονταν για τον εξαναγκαστικό ερχομό εκατομμυρίων αφρικανών στα δυτικά δουλοπάζαρα, να παλεύει να πείσει την κοπελίτσα πως δεν θα πρέπει να φοβάται να αγαπήσει ένα μαύρο!

Παράλληλα, είχαμε ήδη επισκεφθεί το μουσείο Λίνκολν, ένα από τα κατά τη γνώμη μου αριστουργηματικά έργα της σύγχρονης Αμερικής. Με τη λέξη «έργα», εννοώ το οίκημα, τα εκθέματα, το οπτικοακουστικό υλικό, ο,τιδήποτε σε αυτό το μουσείο που σε καθιστούσε για λίγες ώρες, πολίτη της εποχής του Λίνκολν, και σε μετέφερε νοερά στα πολιτικοινωνικά δρώμενα της εποχής εκείνης. Αυτοί οι ίδιοι άνθρωποι, οι σημερινοί αμερικανοί, ήταν που έστησαν με περηφάνια το μουσείο αυτό, οι ίδιοι που φοβούνται να πουν αν θα παντρεύονταν μαύρο το 2008, οι ίδιοι που διαδήλωναν, οι ίδιοι που δίκαζαν δεκαεξάχρονα και που δικάζονταν. Οι ίδιοι που, οδηγώντας σε στο μουσείο αυτό σου προξενούσαν δάκρυα συγκίνησης για τους αγώνες των μαύρων, για τον αγώνα και τις ιδέες του Λίνκολν, οι ίδιοι που θέλουν να σου μεταγγίσουν το μήνυμα της ισότητας και της αδελφοσύνης των ανθρώπων κάθε φυλής μπροστά στον ένα «Θεό που εμπιστευόμαστε», όπως γράφει και το δολάριό τους! Επιτέλους, σε ποια αυτοκαταστροφική και παράλογη χώρα βρισκόμουν; Αυτό ήταν το αμερικανικό όνειρο; «Τώρα καταλαβαίνω», σκέφτηκα. Εκείνος ο τύπος στο δημαρχιακό συμβούλιο που μας είπε με κατηγορηματική βεβαιότητα ότι στην Αμερική δεν υπάρχει ρατσισμός, τις νύχτες θα φορά κουκούλες και θα μεταμορφώνεται σε λευκό ιππότη της ΚΚ Κλαν, τρομοκρατώντας τον τοπικό πληθυσμό! Η φαντασία μου κάλπαζε. Χώρια ότι ήμουν αγανακτισμένη, γιατί θυμήθηκα μια αμερικανίδα στο αεροπλάνο, που μου λεγε ότι έχει ταξιδέψει στην ΕΕ και θεωρεί ότι οι ευρωπαίοι είμαστε υποκριτές, γιατί όλο κατά της ξενοφοβίας μιλάμε, αλλά στην πραγματικότητα μισούμε τους μετανάστες. Πουσαι καλή μου τώρα να σχολιάσεις τη Λουϊζιάνα, μονολόγησα παρατώντας τον καφέ που δεν μπορούσα με τίποτα να συμπαθήσω. Ωστόσο, ….αυτοιάθηκα λίγο αργότερα από την οργιώδη φαντασία μου όσο κι από την πίκρα μου για «την Αμερική που βρήκα» ενώ πίστευα πως θα βρισκα «άλλη» Αμερική. Ο λόγος ήταν διττός.

Η «ίαση» μου λοιπόν οφείλεται σε δύο λόγους: Διαπαιδαγωγημένη πολιτικά από το περιβάλλον μου ότι η υπεραπλούστευση και η γενίκευση είναι λίαν επικίνδυνα φαινόμενα που εγκλωβίζουν την ανθρώπινη σκέψη, και εκ φύσεως συνηθισμένη να σκέφτομαι πάντα με γνώμονα την απόσπαση του «θετικού» στη ζωή κι όχι του «αρνητικού», κατέφυγα πρώτα –πρώτα στον ηλεκτρονικό υπολογιστή μου θέλοντας να δω και να συγκρίνω αμερικανικές συμπεριφορές και στάσεις στο θέμα ρατσισμός και πολιτικά δικαιώματα από το 1950 ως σήμερα. Το καλό μας google μετρίασε το προσωπικό μου αίσθημα διάψευσης και πίκρας για την Αμερική που με καλωσόριζε με διαδηλωτές κατά των πολιτικών διακρίσεων ενώ εγώ πίστευα μέχρι να πατήσω το πόδι μου εκεί ότι το μοναδικό μελανό σημείο των Αμερικανών είναι η ανοχή τους στο φαινόμενο Γκουαντάναμο: Central High School, το γυμνάσιο του Λιτλ Ροκ. Το 1954, το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ, αποφάνθηκε ότι το σχολείο παράνομα απαγόρευε στους μαύρους μαθητές την είσοδο. Η διεύθυνση του σχολείου έκανε του κεφαλιού της βέβαια, ως το 1957. Τότε , ο κυβερνήτης του Αρκάνσας εξήντλησε όλο του τον ανδρισμό και όλη του την αίσθηση περί αμερικανικού πατριωτισμού, απαγορεύοντας σε κάτι μαυράκια που το αποτόλμησαν, να εγγραφούν στο σχολείο. Τι συνέβη λοιπόν; Απλώς, απλούστατα, ο Ντουάϊτ Αϊζενχαουερ, ο καλός μου πρόεδρος «Αϊκ», ο «συντηρητικός», ο «αντικομμουνιστής», ο «φασίστας», έστειλε την εθνοφρουρά στο σχολείο και ο κυβερνήτης πήρε το μάθημά του.

Ο δεύτερος λόγος που μ έκανε να συνειδητοποιήσω ότι δεν βρισκόμουν σε μια παράλογη χώρα, αλλά σε μια χώρα της οποίας η πανσπερμία των κοινοτήτων και εθνοτήτων την αναγκάζει να παρουσιάζει μια απίστευτη ποικιλία γνωμών, συμπεριφορών, επιτευγμάτων, διαστροφών, εμμονών, ήταν ο Μάρτιν. Ο Μαρτιν, είναι αυτό που σε απλά ελληνικά λέμε «καροτσιέρης». Ένας 60αρης υπάλληλος στο αεροδρόμιο JFK, που μου κράτησε συντροφιά με δική του απόφαση, όταν , με το αφάνταστο ταλέντο του να «κόβει» ψυχολογικά τους ανθρώπους γύρω του, «μ έκοψε», βλέποντας με από μακριά, που καθόμουν σε μια καρέκλα μόνη κι αποκαμωμένη. Σε ακόμα απλούστερα Ελληνικά, «τα χα παίξει»! Τα νεύρα μου ήταν σε οριακό σημείο, καθώς , όπως εκ των υστέρων αποδείχθηκε, μόνη εγώ από τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας μας, είχα περάσει όλα τα «νομότυπα» τσεκς στο αεροδρόμιο, για τους περίφημους «λόγους ασφαλείας» και φυσικά, ένοιωθα, πέραν της κούρασης, φανερά προσβεβλημένη. Να φεύγεις από την πατρίδα σου με τις καλύτερες των διαθέσεων, να εισπράττεις στο πετσί σου ότι εσένα, την Ελληνίδα «φοβούνται» περισσότερο ως πιθανή τρομοκράτη και εσένα «σκανάρουν» μέσα –έξω, και συγχρόνως, να ξέρεις ότι οι Έλληνες εξακολουθούν να είναι οι μόνοι στην ΕΕ που χρειάζονται βίζα για τις ΗΠΑ την ώρα που η νεοανακαλύψασα τα αγαθά του καπιταλισμού και του φιλελευθερισμού πρώην κομμουνιστική Βουλγαρία «μπαίνει» χωρίς βίζα, ε, πάει πολύ!

Ο Μάρτιν, αποκατέστησε εκείνη την ημέρα στα μάτια μου, το αμερικανικό γόητρο της κοινωνίας του. Άφησε για λίγο το καρτ που έσερνε με τις βαλίτσες μιας οικογένειας Αιγυπτίων που περπατούσε παραπίσω με τα δίδυμα κοριτσάκια τους ντυμένα στα χρώματα και στα ενδύματα της Μπαρμπι, κι ήρθε πολύ φυσικά προς το μέρος μου, τείνοντας μου το χέρι του: « Με συγχωρείτε κυρία, με λένε Μαρτιν και εργάζομαι εδώ. Να σας φερω ένα ποτήρι νερό; Φαίνεστε εξαντλημένη, είχε καθυστέρηση η πτήση σας;»

Τον κοίταξα καχύποπτα, αλλά η καχυποψία μου δεν μ εμπόδισε από τον να τον βομβαρδίσω με σχόλια και εξηγήσεις και διαπιστώσεις «για τα αμερικανικά αεροδρόμια». Ο Μάρτιν άφησε το καρτ λίγο παραπέρα, πήρε το φιλοδώρημα του από τους ταξιδιώτες, και επέστρεψε για να μου μιλήσει:

-«Είμαι μαύρος», μου πε ο Μαρτιν, «ακόμα και σήμερα παλεύουμε για κάποια πράγματα εμείς οι αφροαμερικανοί, όσο για το 60 και το 70 ακόμα, ούτε θέλω να τα θυμάμαι. Να μη δώσει ποτέ ο Θεός να βλέπουμε ανθρώπους να εξευτελίζονται από ανθρώπους. Ο μαύρος παιδί μου δεν μπορούσε να περάσει απέναντι αν απέναντι έγραφε «μόνο για λευκούς». Τώρα, δεν ξέρω και πολλά από βίζες αλλά κάποιο δίκιο θα ΄χεις, και πράγματι. Ανοίγουν για λόγους ασφαλείας τις βαλίτσες, σου αφήνουν και ένα σημείωμα ότι την έψαξαν και ευχαριστούν για την κατανόηση, αλλά αν σου χουν χαλάσει και τίποτα στο μεταξύ θα κάνεις ώρες και καβγά μέχρι να αποζημιωθείς, το χω δει και σ άλλους ταξιδιώτες… Η 11η Σεπτεμβρίου βλέπεις… να ξερες πόσο μας άλλαξε τη ζωή… Τρεις χιλιάδες ψυχές που δεν φταίγανε, σε τι έφταιγαν; Αλλά να θυμάσαι ένα πράγμα: Εδώ παιδί μου συναντάς και βλέπεις κάθε καρυδιάς καρύδι. Οι κανόνες μας; Κάποιοι είναι ηλίθιοι ή ανεπαρκείς. Η Αμερική δεν κατόρθωσε να εγγυηθεί την ελευθερία και την ισότητα. Κατόρθωσε όμως να κάνει όλους τους ανθρώπους της ικανούς να αγωνίζονται και να μιλούν για το δικαίωμά τους, άσχετα από το αν αυτό το δικαίωμα γίνει ή δεν γίνει ποτέ κεκτημένο».

Μου έλεγε την αλήθεια. Ή τουλάχιστον, αυτό ισχυρίστηκε και η Μαρία, μια Μεξικάνα μετανάστρια που συνάντησα στο Σαν Ντιέγκο , στην Καλιφόρνια, όπου εργάζεται ως σερβιτόρα σε εστιατόριο. Χρειάστηκε να παντρευτεί Αμερικανό και να περάσουν δεκαεπτά χρόνια για να κερδίσει την αμερικανική υπηκοότητα. Πιστεύει ότι στην περίπτωσή της έγινε «θαύμα», πως εις το εξής κανείς μετανάστης δεν θα μπορεί να ελπίζει να γίνει αμερικανός πολίτης, και δήλωσε ότι αναγνωρίζει πως το μεταναστευτικό ζήτημα στις ΗΠΑ είναι ο κοινός πονοκέφαλος Ρεπουμπλικανών και Δημοκρατικών.

Αλλά για το μεταναστευτικό πρόβλημα στις ΗΠΑ, καθώς και για άλλες όψεις της αμερικανικής κοινωνίας, άλλες αξιοζήλευτες , άλλες άσχημες, άλλες όμοιες με της δικής μας, της ευρωπαϊκής, ραντεβού στο εγγύς μέλλον. Κι όπως έλεγε ο Λίνκολν, το καλό με το μέλλον, είναι ότι έρχεται μέρα με τη μέρα. Ραντεβού το επόμενο Σάββατο λοιπόν.

2/. ΟΨΕΙΣ ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ -ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ: ΤΟ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ ΣΤΙΣ ΗΠΑ

Όταν είδα τον φράκτη ασφαλείας – για την ακρίβεια μέρος του- που χωρίζει την Καλιφόρνια (αμερικανικό έδαφος) από την Τιχουάνα (μεξικανικό έδαφος), δεν αισθάνθηκα και πολύ διαφορετικά απ όταν είχα πρωτοδεί το τείχος που χωρίζει Παλαιστινίους από Ισραηλινούς στην ανατολική Ιερουσαλήμ. Κι αυτό, γιατί, ασχέτως των αιτιών που οδηγούν πολιτικούς ηγέτες στην απόφαση της έγερσης τειχών, τα τείχη για μένα είναι πάντα σύμβολα εγκλωβισμού και ανελευθερίας και αφορμή για να μνημονεύω τον Καβάφη ως εκ των μεγάλων ποιητών. Διαπαιδαγωγημένη πολιτικά σε μεταψυχροπολεμικό περιβάλλον, παραμένει για μένα ανυπέρβλητης σημασίας η στιγμή κατά την οποία ο Ρόναλντ Ρήγκαν , στην Πύλη του Βραδεμβούργου στο Βερολίνο, το 1987, «φωνάζει» στον Γκορμπατσώφ:» «Κύριε Γκορμπατσώφ, γκρεμίστε αυτό το τείχος»!

Ας μην είμαστε άδικοι όμως. Η περσινή, «σκληρή» απόφαση Μπους να υψώσει τείχος για να εμποδίσει τους Μεξικανούς λαθρομετανάστες να εισέρχονται σε αμερικανικό έδαφος , απόφαση που δεν ελάττωσε- αν κρίνει κανείς από τις στατιστικές- τον αριθμό των μεταναστών στις ΗΠΑ, είναι η μία μόνο όψη του νομίσματος που λέγεται «μεταναστευτικό ζήτημα στις ΗΠΑ». Και μάλιστα , είναι όψη σχετική με τις φοβίες του μέσου Αμερικανού. Διότι, κακά τα ψέματα, είδα πολλούς «μέσους» αμερικανούς , τόσο ρεπουμπλικανούς όσο και δημοκρατικούς, να μην είναι ιδιαίτερα χαρούμενοι με το θέμα της εισόδου μεταναστών στη χώρα τους. Και να πούμε κι αυτό: Είναι άκρως υπεραπλουστευτικό να υποστηρίζεται ότι ο Μπους ήταν αυτός που επίτηδες συνέδεσε την ασφάλεια του λαού του μετά την 11η Σεπτεμβρίου με τη λαθρομετανάστευση. Κι είναι υπεραπλουστευτικό, γιατί δεν χρειαζόταν ο Μπους για να …«συνδέσει» ο,τιδήποτε, αφού , με τη σειρά του, ο «μέσος Ευρωπαίος», δεν μπορεί να φανταστεί πόσο πολύ και βαθιά και ποικιλότροπα άλλαξε την αμερικανική ψυχοσύνθεση η επίθεση στους Διδύμους Πύργους το 2001 και πόσο πολύ εξακολουθεί να συντηρείται αυτή η ψυχολογική «μεταλλαγή» έξι χρόνια μετά.

Είναι λοιπόν αυτή η μία όψη του νομίσματος, γιατί υπάρχει και δεύτερη: Γενικά, οι αμερικανοί προσπαθούν να διαχειριστούν το αγκάθι της λαθρομετανάστευσης στη βάση του δίπτυχου« ανθρώπινα δικαιώματα στα θύματα των δουλεμπόρων- όχι αρνητικές συνέπειες για την αμερικανική ανάπτυξη». Και μ όλα τα λάθη και τις αστοχίες, η Αμερική παραμένει χώρα που δεν μπορεί εύκολα να αποκληθεί «εχθρική» προς αυτούς. Το πρόβλημα ξεκινά μάλλον από το γεγονός ότι, όντας η ίδια χώρα μεταναστών, χώρα ετερόκλητη, η Αμερική δεν μπορεί να προσφέρει το «αμερικανικό όνειρο» σε κύματα ολόκληρα νέων μεταναστών, τη στιγμή που η δική της οικονομία είναι πολύ καλή, αλλά θα μπορούσε να είναι ακόμα καλύτερη, δεδομένων των παγκόσμιων γεωοικονομικών προκλήσεων. Σήμερα λοιπόν, ζουν στις ΗΠΑ 12 εκατομμύρια μη εγγεγραμμένοι μετανάστες, αλλά τα μη καταγεγγραμένα παιδιά τους φοιτούν υποχρεωτικά στο σχολείο. Από τις εθνότητες των μεταναστών(μεξικανοί, ιρακινοί, αλβανοί, πακιστανοί, κλπ) οι ινδοί, είναι οι πιο «μορφωμένοι»: Το 65% έχει τουλάχιστον απολυτήριο λυκείου και ορισμένοι, αρχίζουν ήδη να μιλούν για ένα ακόμα «λόμπι» στην Ουάσιγκτον, αυτό των νέων Ινδών που , έχοντας αποφοιτήσει από αμερικανικά πανεπιστήμια, εργάζονται για την προώθηση των –ήδη υπαρκτών και πολύ καρποφόρων-σχέσεων ΗΠΑ –Ινδίας, χώρας ταχύτατα οικονομικά αναπτυσσόμενης. Οι Μεξικανοί πάλι, που δεν προέρχονται από μια χώρα οικονομικά διαλυμένη, αλλά από μια χώρα σε οικονομική μετάβαση (υπάρχουν αμερικανοί χωρίς σύνταξη που καταλήγουν…στο Μεξικό), καθώς και από μια χώρα που είναι ο τρίτος εμπορικός εταίρος των ΗΠΑ, είναι στην πλειοψηφία τους…. Ρεπουμπλικανοί, ακόμα κι αν δεν ψηφίζουν! Είναι Καθολικοί, ιδού η αιτία, και ευλόγως συντηρητικοί. Για όποιον αμφιβάλλει, το «επί τόπου» ρεπορτάζ, είναι πάντα η «απόδειξη». Ρωτήστε έναν ισπανόφωνο εργάτη στις ΗΠΑ τι πιστεύει επί παραδείγματι για το γάμο μεταξύ των ομοφυλοφίλων. Καταρχάς, θα κάνει αμέσως το σταυρό του! Κατόπιν, παρ όλη τη δυσπιστία του έναντι της (όποιας) κυβέρνησης-αντίδραση ευνόητη αφού είναι ο ίδιος παράνομος μετανάστης και άρα φοβικός έναντι της εξουσίας- θα πει πως καλά θα κάνουμε όλοι να ασχοληθούμε με άλλα θέματα που έχουν προτεραιότητα!

Ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης το πόσο οι ίδιοι δυσκολεύονται να μιλήσουν δηκτικά για το αμερικανικό κράτος, όχι επειδή εύλογα φοβούνται ή επειδή ονειρεύονται να πολιτογραφηθούν αμερικανοί πολίτες, και συνεπώς δεν μπορούν να βρίζουν αυτό που επιθυμούν να γίνουν, αλλά γιατί κατανοούν τη βασική , πρωταρχική πραγματικότητα που οδηγεί σε άλλες πραγματικότητες –ντόμινο σχετικές με τις διαδικασίες νομιμοποίησης -τους: Στις ΗΠΑ, δεν υπάρχει καταχώρηση ληξιαρχικών πράξεων σε εθνική βάση, παρά μόνο σε τοπικό επίπεδο. Τι σημαίνει αυτό; Απάντηση διά παραδείγματος: η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θα αποφασίσει αν ο μετανάστης θα παραμείνει στις ΗΠΑ. Η πολιτειακή κυβέρνηση όμως θα αποφασίσει αν ο μετανάστης δικαιούται να έχει άδεια οδήγησης! Επίσης, υπάρχουν πολλοί έξυπνοι επιχειρηματίες με καλή ψυχή , που θα θελαν να προσλάβουν μετανάστες στις δουλειές τους. Μόνο που αν οι αρχές αντιληφθούν, όχι πρόσληψη λαθρομετανάστη , αλλά μια απλή συνοδεία άρρωστου λαθρομετανάστη σε νοσοκομείο από αμερικανό πολίτη, ο τελευταίος, «απλώς» ανησυχεί μήπως καταλήξει υπόδικος σε ομοσπονδιακό δικαστήριο. Οι νομικές συνέπειες της παράβασης του νόμου, αγγίζουν ακόμα και τις Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, που δραστηριοποιούνται ενεργά και αποτελεσματικά στην πληροφόρηση των μεταναστών αναφορικά με τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματά τους, και που έχουν στενή συνεργασία με τις αρχές.

Καθώς όμως , οι ΗΠΑ είναι χώρα μεταναστών, και καθώς οι πολίτες της αντιλαμβάνονται πως, στη χώρα της ελευθερίας και των ίσων ευκαιριών, δικαίωμα στον ήλιο θα πρέπει να χουν όλοι και μάλιστα πρωτίστως όσοι δέχονται να κάνουν δουλειές που άλλοι ( οι αμερικανοί πολίτες)αρνούνται και περιφρονούν , πολύ συχνά εμφανίζονται γερουσιαστές , τόσο από το ρεπουμπλικανικό όσο και από το δημοκρατικό στρατόπεδο, με ειλικρινείς προτάσεις για την καλύτερη διαχείριση του μεταναστευτικού προβλήματος. Οι προτάσεις αυτές, (προϊόν ανθρωπισμού, αλλά και ρεαλισμού, αφού η αμερικανική οικονομία στηρίζεται και στη δουλειά των μεταναστών_, αυξήθηκαν και συγκέντρωσαν το φανερό ενδιαφέρον της αμερικανικής κοινής γνώμης το τελευταίο εξάμηνο, για δύο λόγους: Πρώτον γιατί , αμέσως μετά την ανέγερση του «φράκτη υψηλής τεχνολογίας» στα σύνορα στο ύψος του Σαν Ντιέγκο, χάλασαν μεν οι δουλειές των διαβόητων δουλεμπόρων , αλλά οι μετανάστες άρχισαν να μπαίνουν από την Αριζόνα, και δεύτερον, η Αμερική μπήκε σε μια μακρά προεκλογική περίοδο. Εκτός του Ιράκ, θέματα όπως η μετανάστευση και η κοινωνική πρόνοια και ασφάλιση , διαμορφώνουν την ατζέντα των προεδρικών υποψηφίων και βάσει της ατζέντας αυτής θα κρίνουν ποιον θα ψηφίσουν οι Αμερικανοί πολίτες.

Στο πλαίσιο αυτό, παρουσιάστηκαν ενδιαφέρουσες ιδέες σε διαφορετικές πολιτείες. Όταν ακούστηκε στο Κολοράντο πρόσφατα ότι «καλύτερα να βάλουμε φυλακισμένους να μαζέψουν τη σοδειά, αλλά όχι λαθρομετανάστες», η Δημοκρατική γερουσιαστής Ντιάν Φινστάϊν, από την Καλιφόρνια, πρότεινε να δοθεί μια μορφή βίζας σε μετανάστες που εργάζονται σε φάρμες και χωράφια ώστε να είναι νόμιμοι και να έχουν κι οι ίδιοι το κίνητρο της εισόδου τους σε μια στενή αλλά σίγουρη ατραπό μελλοντικής πολιτογράφησης.Οι Ρεπουμπλικανοί αντέτειναν τη χορήγηση περιορισμένης διάρκειας βίζας, αλλά για εξειδικευμένους ξένους εργάτες.

Αυτός που δίχως άλλο «έκανε τη διαφορά» με τη δική του πρόταση την οποία μάλιστα παρουσίασε ως τροποποίηση επισυναπτόμενη στην Επιτροπή που εγκρίνει τις δαπάνες στην Άμυνα, ήταν ο Δημοκρατικός Γερουσιαστής του Ιλλινόϊ Ρίτσαρντ Ντάρμπιν.

-Δεν φταίνε σε τίποτα τα παιδιά των λαθρομεταναστών- τα οποία μάλιστα γεννώνται σε αμερικανικό έδαφος- δήλωσε ο Ντάρμπιν, και πρότεινε το “DREAM ACT”, το νόμο του «ονείρου» για τους μετανάστες, πολλές βερσιόν του οποίου έχουν κατά καιρούς γίνει αντικείμενο συζήτησης στην Ουάσιγκτον. Το «Ντριμ Ακτ» του Ντάρμπιν, καθορίζει το πώς ένας νέος μπορεί να αποκτήσει αμερικανική υπηκοότητα. Αν ζει στις ΗΠΑ τουλάχιστον πέντε χρόνια, αν έχει απολυτήριο Λυκείου και μετά καταταγεί για δύο χρόνια στο στρατό, τότε ο νέος αυτός (κάτω των 30) μπορεί να διατηρεί βάσιμες ελπίδες για την απόκτηση υπηκοότητας.

Η πρόταση Ντάρμπιν κέρδισε πολύ σε δημοσιότητα, αλλά τελικά το Ντριμ Ακτ θα ξανασυζητηθεί στα μέσα Νοεμβρίου, κι αν υπάρχει ένα συμπέρασμα απ όλα αυτά, αυτό έχει ήδη καταγραφεί πιο πάνω: Δεν μπορεί κανείς να κατηγορήσει τις ΗΠΑ για εχθρική πολιτική έναντι των μεταναστών. Στην ΕΕ, οι αντιδράσεις σε επίπεδο κοινωνιών και σε επίπεδο νομικό, δεν είναι ούτε καλύτερες ούτε χειρότερες απ αυτές των Αμερικανών. Πρόκειται για ζήτημα πολύπλοκο, που αγγίζει τα ανθρώπινα δικαιώματα, το ζήτημα της παροχής ασύλου, την κοινωνική συνοχή, την ξενοφοβία, την ανάπτυξη παραοικονομίας και κατά συνέπεια την ευρωπαϊκή αγορά εργασίας.

Το ίδιο φυσικά συμβαίνει και στις ΗΠΑ, αλλά η διαφορά έγκειται στο ότι στην ΕΕ, η λέξη «ασφάλεια» είναι πολύ πιο στενά δεμένη με τη «λαθρομετανάστευση» απ΄ό,τι στις ΗΠΑ, όπου το πρόβλημα τίθεται περισσότερο σε οικονομικοκοινωνική βάση, ενώ στην ΕΕ , ειδικά μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της Μαδρίτης το 2004, η μετανάστευση συνδέεται με την οικονομία, αλλά και με τον κίνδυνο αποσταθεροποίησης των κρατών- μελών και τη στρατηγική ευρωπαϊκής ασφάλειας.

Τι να αντιτείνεις λοιπόν σαν «ανθρωπιστικό» ή κοινωνικό επιχείρημα όταν και η ΕΕ δεν εφαρμόζει πλέον πολιτική «ανοικτών θυρών» στο μεταναστευτικό και ομονοεί στο ότι δεν θα πρέπει να προωθηθούν άλλοι μετανάστες στην εσωτερική ευρωπαϊκή αγορά εργασίας πλην αυστηρών εξαιρέσεων; Αυτό που μπορεί να γίνει ,είναι η προώθηση της αλληλοενημέρωσης και ανταλλαγής πληροφοριών και πρακτικών σε θέματα μετανάστευσης μεταξύ ΗΠΑ και ΕΕ. Η ενημέρωση είναι προϋπόθεση της κατανόησης και της πρόληψης παρερμηνειών. Οι τελευταίες ,αποβαίνουν ολέθριες όταν η κοινωνία διεθνοποιείται και τα μέλη της καλούνται να συνυπάρξουν. Βεβαίως, είναι αλήθεια ότι αρκετοί αμερικανοί πολίτες ,δυσκολεύονται επί παραδείγματι να κατανοήσουν γιατί στην ΕΕ δίνουμε σημασία στη διαφορά της έννοιας «οικονομικός μετανάστης» – «πολιτικός πρόσφυγας». Ευνόητο είναι όμως αυτό, καθώς οι αμερικανοί έχουν άλλες εμπειρίες στο μεταναστευτικό και γιατί μόνο το 12% των Αμερικανών έχουν ενεργά διαβατήρια ώστε να ισχυριστούμε ότι ταξιδεύουν εύκολα και συχνά στην ΕΕ και συνεπώς μαθαίνουν «τα δικά μας προβλήματα».

Και μια που ανέφερα τα «δικά μας» προβλήματα: Η αίσθηση του «εμείς», η αντίληψη του μέσου αμερικανού για τη σημασία της κοινότητας και του ρόλου του κοινωνικού εθελοντισμού στην πρόοδο και στην ανάπτυξη της χώρας, είναι ένα άκρως ενδιαφέρον θέμα, μια ακόμα όψη της σύγχρονης αμερικανικής κοινωνίας, που μόνο αισθήματα θαυμασμού και «θετικής ζήλιας» μπορεί να προξενήσει στον ξένο, μη αμερικανό πολίτη. Αλλά, διευκρινίσεις για τη νοηματοδότηση της «θετικής ζήλιας» , ραντεβού το επόμενο Σάββατο.

3.ΟΨΕΙΣ ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ _ΜΕΡΟΣ Γ – Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΟΥ ΕΘΕΛΟΝΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ

Την παρατηρούσα καθώς μου εξηγούσε τι σημαίνει εθελοντισμός στην πράξη όταν είσαι 17 ετών, πας ακόμη στο σχολείο και στον ελάχιστο ελεύθερο χρόνο σου , χρειάζεται να μπορείς να «χωράς», εκτός του σινεμά που θα χαρείς «με την παρέα» και μια σου πράξη «για το καλό της κοινότητας»: Η γλυκιά κόρη του εξ Ηλείας ορμώμενου Σωτήρη Κωνσταντακόπουλου, μου κρατούσε συντροφιά στο εστιατόριο του μπαμπά της στη Νέα Υόρκη, εξηγώντας μου ότι δυο φορές την εβδομάδα επισκέπτεται το νοσοκομείο της περιοχής όπου μένει και αλλάζει τον ορό στους ασθενείς.Το κάνει εθελοντικά, αφού «όλοι πρέπει να συνεργαζόμαστε για να μαστε κι όλοι καλά, δεν είναι πολύ φυσικό;», με ρώτησε.

Απέφυγα να της πω ότι ..μόνο φυσικό δεν είναι! Στην Ελλάδα, ο εθελοντισμός είναι συνυφασμένος με τρία πράγματα: Τον Ερυθρό Σταυρό, τους Ολυμπιακούς του 2004 και τις Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις , αρκετές εκ των οποίων αντιμετωπίζονται με καχυποψία εξαιτίας μιας αέναης φημολογίας περί οικονομικής κακοδιαχείρισης των εσόδων τους… Στις ΗΠΑ, όπου πας κι όπου σταθείς, από τη στιγμή που είσαι Αμερικανός πολίτης, υγιής, όχι ανάπηρος και με σώας τας φρένας, είσαι υποχρεωμένος να προσφέρεις και την εθελοντική σου εργασία για το καλό της κοινότητας. Μπορεί να ήσουν στρατιωτικός κάποτε και τώρα να χαίρεσαι τη σύνταξή σου. Αυτό δεν σ εμποδίζει από το να χτυπάς την πόρτα μιας γιαγιάς που ζει μόνη της και να τη ρωτάς αν είναι καλά και τι χρειάζεται, ή δεν σ εμποδίζει από το να συνοδεύεις τα μικρά παιδιά εργαζόμενων γειτόνων σου στο σχολείο και να εποπτεύεις δίκην σεκιούριτυ για την ασφάλεια ενός νηπιαγωγείου. Μπορεί να ήσουν κάποτε φημισμένος καθηγητής πανεπιστημίου. Αυτό επίσης δεν σ εμποδίζει από το να διδάσκεις αμισθί Γαλλικά σε παιδιά που έχουν δηλώσει στο συμβούλιο της πόλης ότι επιθυμούν να μάθουν μια ξένη γλώσσα. Μπορώ να γεμίσω αυτή τη σελίδα καταγράφοντας περιπτώσεις και ιστορίες και παραδείγματα πολλών σπουδαίων Αμερικανών που με πολλή απλότητα και γενναιοδωρία αλώνονται –παράλληλα με την εργασία τους ή μετά τη συνταξιοδότησή τους –σε εθελοντικές δράσεις, δίνοντας σάρκα και οστά σε αυτό που προσωπικά θα αποκαλούσα «θαυμαστή αμερικανική ιδιαιτερότητα».

Γιατί υποστηρίζω το «θαυμαστή»; Ακριβώς γιατί ζηλεύω αυτή τη στάση ζωής στις απαρχές ενός αιώνα παγκοσμιοποιημένου. Δεν είναι ο εθελοντισμός η πιο επιτυχής έκφραση σύγχρονου πατριωτισμού; Δεν συνιστά εφαρμογή στην πράξη αυτού του παλιού ελληνικού «εμείς» του παππού Μακρυγιάννη; Πώς να μη ζηλέψεις ανθρώπους και κράτη που «δουλεύουν» «για την κοινότητα» αδιάφορα από το αν τα μέλη αυτής της κοινότητας μισιούνται ή αγαπιούνται, αν είναι Ρεπουμπλικανοί ή Δημοκρατικοί, Ρωμαιοκαθολικοί ή πιστοί της Εκκλησίας των τελευταίων ημερών; Η κοινότητα, η ένωση , το έθνος, πρέπει παρ όλα αυτά να επιβιώσει και να προκόψει, και άρα η κοινωνία μου πρεπει να ναι κοινωνία ανοχής και συνεργασίας. Τίποτε δεν πάει χαμένο και κανείς δεν είναι ανεκμετάλλευτος. Αν ήσουν κηπουρός στα 25 σου μπορείς ακόμα στα 70 να σκαλίζεις τον κήπο ενός γηροκομείου ώστε και τη ψυχολογία των γερόντων να βοηθάς και την ήπια γυμναστική σου να κάνεις! Αν αυτή η αμερικανική συλλογιστική δεν είναι τελικά πολιτική πράξη και συμμετοχή ζηλευτή για ένα οποιοδήποτε σημερινό κράτος που θέλει να λέγεται ανεπτυγμένο και δημοκρατικό, τότε τι είναι;

Την προσωπική μου εμπειρία από την γνωριμία μου με το φαινόμενο «εθελοντισμός και περί κοινότητας αίσθημα στο μέσο Αμερικανό», την μετέφερα προχθές σε μια παρέα φίλων, εξ αφορμής μιας συζήτησης για τις απεργίες που ξεκίνησαν στη Γαλλία του Σαρκοζύ, καθώς επίσης και για τις αλλαγές στο ασφαλιστικό και στις συντάξεις που προωθεί η ελληνική κυβέρνηση. Με άκουσαν με πολλή προσοχή, αλλά οι επιφυλάξεις τους ήταν διάχυτες, παρ όλα αυτά. Η βασική αιτία τροφοδότησης αυτού του αρνητικού αισθήματος και η απροθυμία της «καλής μίμησης των αμερικανών εθελοντών», βασιζόταν στο ότι δεν μπορείς στο 2007, στο όνομα του αλτρουισμού, της φιλανθρωπίας, του πατριωτισμού και της εθνικής προκοπής, να προωθείς με πάθος την εθελοντική κοινωνική εργασία, επειδή δεν παγιώνεις δημοκρατικούς θεσμούς και δημοκρατικές συμπεριφορές όταν μετακυλύεις τις ευθύνες του κράτους στους ιδιώτες. Πέραν δηλαδή της γνωστής ευρωπαϊκής καχυποψίας για την ενίοτε παρατηρούμενη πολιτική χειραγώγηση των ανθρωπιστικών και κοινωνικών οργανώσεων που δρουν παράλληλα με τις κυβερνήσεις, η κύρια –διακριτική- διαφωνία των φίλων μου με μένα , εστιάστηκε στο ερώτημα: « γιατί να συντρέχω εγώ τη θειά Μαριγούλα που ζει ανήμπορη σε ένα χωριό και να μην υπάρχει κρατική κοινωνική πρόνοια».

Η συλλογιστική των φίλων μου μόνο επιχειρημάτων δεν στερείται. Αλλά ως ένα σημείο και μόνο συμμερίζομαι τους προβληματισμούς τους, γιατί πολύ συχνά, με πρόσχημα το «τεμπέλικο και ανάλγητο κράτος», προσπερνάμε τη δική μας παθητικότητα και τον ατομισμό μας βυθισμένοι στην κοινωνική αδιαφορία που ευνοείται από ένα δηκτικό και δικανικό περί του ανάλγητου κράτους διαρκή λόγο μας . Όμως η καραμέλα της «ανάγκης κρατικής κοινωνικής πρόνοιας» είναι χωρίς ζάχαρη πλέον, άγευστη δηλαδή: Σαφώς και οι πολίτες πρέπει να ψηφίζουμε και να ευνοούμε πολιτικές που υπερασπίζονται στην πράξη την ύπαρξη ενός κράτους κοινωνικού, αφού, χωρίς το «κοινωνικό» στοιχείο, υπονομεύεται η έννοια της δημοκρατίας και του σεβασμού των ίσων δικαιωμάτων των πολιτών. Και επίσης, σαφώς και είναι δικαίωμα του πολίτη να απαιτεί, είτε στις ΗΠΑ, είτε στην ΕΕ, τη διασφάλιση των κοινωνικών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων του, καθώς , ο πολιτικός ηγέτης του 21ου αιών, κακά τα ψέματα, είναι σε μεγάλο βαθμό, διαχειριστής και διοικητής των καθημερινών προβλημάτων των συμπολιτών του κι όχι πια φορέας πολιτικών και μεγαλεπίβολων ιδεολογικών οραμάτων. Αν λοιπόν δεν μπορεί να διαχειριστεί αυτά τα προβλήματα και παραπέμπει τους φτωχούς και τους άστεγους και τους ανασφάλιστους στην ενορία της γειτονιάς τότε γιατί εκλέγεται; Σωστά. Καλώς ή κακώς όμως, η ανεπάρκεια του Κράτους, είναι υπαρκτή. Τι εμποδίζει την 17χρονη ομογενή στην οποία προαναφέρθηκα, και την ανεπάρκεια του κράτους να στηλιτεύει –ως διατηρούσα το δικαίωμα στην κριτική σκέψη- αλλά και το αίσθημα της κοινωνικής αλληλεγγύης να καλλιεργεί στην πράξη; Η κοινωνική αδιαφορία και όχι η κοινωνική προσφορά, είναι που ενθαρρύνει την κρατική «ανεπάρκεια» στην αντιμετώπιση των προβλημάτων της καθημερινότητας. Στην πραγματικότητα, ο κόσμος που φοβάται στην Ευρώπη την προσφορά κοινωνικών υπηρεσιών με το επιχείρημα ότι συντηρεί στην εξουσία άχρηστους πολιτικούς, φοβάται τελικά να βγει από το εγώ του και το δικό του «βόλεμα», φοβάται την ενότητα, την προσέγγιση του άλλου ανθρώπου. Η τέχνη της ένωσης όμως, είναι η μητέρα της δράσης, όπως είπε ο Γάλλος –κι όχι Αμερικανός- Αλέξις ντε Τοκεβίλ, και της κοινωνικής αλλαγής, θα προσέθετε κανείς.

Στη Νέα Υόρκη, μια πολιτεία που εκτός από μουσεία, μνημεία, αγάλματα, ακριβά ξενοδοχεία και εστιατόρια, πολυτελή αυτοκίνητα και εντυπωσιακούς ουρανοξύστες, υπάρχει αφθονία ..κλοσάρ (αστέγων), γκέτο, επαιτών και δη ανηλίκων, η εγκληματικότητα, ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα της φτώχειας, δεν είναι θεωρητικό πρόβλημα, αλλά κυριολεκτικό αίτιο φόβου και ανασφάλειας μεταξύ των πολιτών. Πολλές ομάδες πολιτών, αναλαμβάνουν ως εκ τούτου προληπτικά αστυνομικά καθήκοντα. Κάτι σαν τους πανέμορφους «Αγγελους του Τσάρλι» των παιδικών μας χρόνων. Σε τουλάχιστον 40 πόλεις των ΗΠΑ βρίσκει κανείς τέτοιους πολίτες που περιπολούν συνήθως κοντά στα μετρό.

Στο ερώτημα «τι κάνει η αστυνομία», πέραν του σαφούς και κυριολεκτικού «τρέχει και δεν φτάνει», όπου «φτάνει» σημαίνει δεν προλαβαίνει, η αστυνομία (της οποίας τα στελέχη έχουν εκ του αμερικανικού συντάγματος κατοχυρωμένο το δικαίωμα της άμυνας σε περίπτωση επίθεσης από παραβατικό πολίτη) αντιδρά στην καταστολή του εγκλήματος κι όχι στην πρόληψη του(τόσο). Ο πολίτης έχει (περισσότερο)την ευθύνη της πρόληψης και ο αστυνομικός της καταστολής. Τι σημαίνει αυτό αν όχι πρακτικό πνεύμα και συνειδητή προσπάθεια διατήρησης της κοινωνικής συνοχής; Επίσης: χτυπήσατε από λάθος ή για πλάκα το συναγερμό και έτρεξε το περιπολικό άνευ λόγου να σας επισκεφθεί νυχτιάτικο; Θα πληρώσετε ένα πρόστιμο για να μάθετε να αποφεύγετε τις πλάκες και τα λάθη τέτοιου τύπου. Διότι η αστυνομία είναι υποχρεωμένη να «τρέχει», αλλά την ώρα που «έτρεξε» επειδή εσείς κάνατε πλάκα, κάποιοι άλλοι , είχαν την αστυνομία πραγματικά ανάγκη.

Βεβαίως, για να μην είμαστε αιθεροβάμονες- και καθώς στην ΕΕ , οι κοινωνικές δομές και η πολυπλοκότητα των καθημερινών προβλημάτων δεν ταυτίζονται απολύτως με αυτές της κοινωνίας της αχανούς αμερικανικής ηπείρου- δεν αναμένει κανείς να έρθει (τουλάχιστον όχι σύντομα) η ημέρα που η ανάπτυξη των εθελοντικών οργανώσεων θα είναι διπλάσιας ταχύτητας από αυτήν του δημοσίου, είτε με κεντροδεξιές, είτε με κεντροαριστερές κυβερνήσεις. Ο καταιγισμός όμως θεωριών περί της ανάγκης διαμόρφωσης μιας «κοινωνίας πολιτών» είναι ανούσιος αν δεν διερευνήσει κανείς στην πράξη τα αποτελέσματα της εθελοντικής εργασίας στην «προκοπή» ενός κράτους, και μάλιστα ενός τόσο μικρού κράτους, σαν το δικό μας, φτιαγμένο από ανθρώπους πολύ έως πάρα πολύ ευφυείς, με ψυχές γενναίες και αδάμαστες, όσο αποτελούμενο κι από ανθρώπους αρκετά «χολιασμένους» μεταξύ τους, ευρισκόμενους σε κατάσταση σταθερού «ωχαδελφισμού» και εμπλεκόμενους σε ανούσιες έριδες..

Μπορεί λοιπόν ο δημοκρατικός άνθρωπος του νέου αιώνα να είναι κοσμοπολίτης , αλλά είναι άλλο τόσο ο «οικονομικός πατριώτης» και ο «ενεργειακός εθνικιστής». Αυτός ο τύπου πατριώτης όμως, που αποδεικνύει ότι αγαπά το λαό του αν διασφαλίζει για το χατίρι του φυσικούς πόρους, μπορεί πολύ εύκολα να εκπέσει αύριο σε απλό και μαζί τραγικό «οικολογικό μετανάστη» ή να γίνει θύμα μιας ηλίθιας και καθόλου ένδοξης μάχης λόγω της σύγκρουσης πολιτισμών. Σε χώρες μικρές και γεωστρατηγικά ευαίσθητες σαν την Ελλάδα, η επαναπροσέγγιση στην έννοια της ενότητας, της κοινότητας και της προσφοράς, μόνο ρομαντική και γραφική δεν είναι, αλλά βαθιά πολιτικής και πατριωτικής σημειολογίας.

Αλήθεια, πώς μπορούν οι Αμερικανοί να μας μιλούν συνεχώς για παγκοσμιοποίηση και «πρακτικό διεθνισμό», και για ανάγκη αντίστασης σε ατελέσφορους εθνικισμούς, ενώ δεν σταματούν από την άλλη να λένε πόσο υπερήφανοι νιώθουν οι ίδιοι για τον ασίγαστο πατριωτισμό τους, την ώρα μάλιστα που η ψήφος είναι εθελοντική στις ΗΠΑ και πολλοί λένε «δεν πάω να ψηφίσω , ψήφισα στις πολιτειακές , αρκεί».

Στο λογικό όσο και πολύ κρίσιμο θέμα που διαμορφώνει την αμερικανική εξωτερική πολιτική, θα αναφερθούμε προσεχώς.

4.ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΟΨΕΙΣ –ΜΕΡΟΣ 4 – ΠΑΤΡΙΩΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΙΣΜΟΣ

Η Βρετανίδα Ντόρις Λέσιγκ, πήρε το φετινό βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, και σε συνέντευξή της στην Ισπανική «Ελ Παϊς», αφού εξήγησε ότι εξαιτίας της βράβευσής της έχει ψυχοσωματικά προβλήματα τόσο αυτή όσο κι ο γάτος της, είπε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «… Την 11η Σεπτεμβρίου, πολλοί έχασαν τη ζωή τους και δύο κτίρια –σύμβολα κατέρρευσαν. Αυτές οι επιθέσεις όμως δεν ήταν κάτι τόσο τρομερό ή τόσο εξαιρετικό όπως πιστεύουν οι Αμερικανοί. Αυτοί (οι Αμερικανοί) είναι πολύ αφελείς ή προσποιούνται πως είναι. Οι επιθέσεις δεν ήταν τόσο τρομερές συγκριτικά με αυτές του IRA στη Βρετανία. Ο IRA επιτέθηκε με βόμβες κατά της κυβέρνησής μας. Σκότωσε πλήθος ανθρώπων, ενώ στην εξουσία βρισκόταν μια συντηρητική κυβέρνηση , με πρωθυπουργό τη Μάργκαρετ Θάτσερ».

Με πολύ σεβασμό για το έργο της βραβευμένης συγγραφέως και με πολλή συμπάθεια για τα ψυχοσωματικά προβλήματα τόσο εκείνης όσο και του γάτου της, θα πρέπει ωστόσο να διατηρήσουμε το δικαίωμα του σχολίου …στο σχόλιό της, αν μη τι άλλο κάνοντας χρήση της ελευθερίας του λόγου. Το σχόλιο της Λέσιγκ λοιπόν, με όλη την έμμεση καταγγελία που ενέχει κατά της Θάτσερ, μιας συντηρητικής πολιτικού, δεν παύει να συνιστά εμμέσως πλην σαφώς μία άκρως σοβινιστική τοποθέτηση, που δεν εξυπηρετεί ούτε την αμερικανοβρετανική σύμπλευση συμφερόντων ούτε τους αντιαμερικανούς. Η λογοτέχνις δεν δεικνύει προοδευτικό πνεύμα, αλλά υπεραπλουστευτική σκέψη όταν αναφέρεται στον ΙRA , ο οποίος, καθώς αποτελείται από τρομοκράτες, αυτό δεν σημαίνει ότι μπορεί να συγκριθεί σε κίνητρα , τρόπο λειτουργίας και στόχους με τα πρωτοπαλλίκαρα του Λάντεν. Εξάλλου, από πότε αξιολογείται το «εξαιρετικό» και το «τρομακτικό» μιας επίθεσης βάσει της ποσότητας; Αν στους Δίδυμους Πύργους σκοτώθηκαν 3000 άνθρωποι, ενώ στη Βρετανία 3700 τα τελευταία 30 χρόνια, όπως λέει η Λέσιγκ, αυτό συνιστά κριτήριο μέτρησης του πόνου των ανθρώπων ή της σημασίας των επιθέσεων; Η πραγματικότητα δεν αλλάζει, και αυτή είναι πως, δυστυχώς, η 11η Σεπτεμβρίου άλλαξε το ρου της ιστορίας του κόσμου, φέρνοντας τα πάνω κάτω στη διεθνή πολιτική και κοινωνική σκακιέρα. Αναρωτιέμαι, δε, πώς γίνεται , από το 2001 και εφεξής να διερευνούμε το τι προκάλεσε τόσο μίσος από πλευράς των επιτιθέμενων στους Διδύμους, ενώ στην περίπτωση του ΙΡΑ, «μένουμε» στο ότι «επιτέθηκαν κατά της βρετανικής κυβέρνησης»χωρίς να αναζητούμε τα αίτια, τόσο τα κοινωνικά όσο και τα πολιτικά. Και αναρωτιέμαι, πώς μπορεί ένας διανοούμενος, που βραβεύεται γιατί το έργο του προσφέρει πολιτισμικά στην ανθρωπότητα, να λέει τόσο εύκολα και να επαναλαμβάνει το ρήμα «μισώ». Η Λέσιγκ «μισεί» το Μπους, «μισεί» τον Μπλερ, «μισεί» την Ιρανική κυβέρνηση. Στην τρίτη δεκαετία της ζωής μου νιώθω πως μισώ το «μισώ». Το μίσος δεν ωφελεί στη ψυχή μου, διαστρεβλώνει τον πατριωτισμό μου και τον μεταλλάσσει σε εθνικισμό, και μετατρέπει το δημιουργικό διεθνισμό, το κοσμοπολίτικο δημοκρατικό πνεύμα, σε στυγνό ιμπεριαλισμό.

Έχω επισκεφθεί δύο φορές το Γκράουντ Ζίροου, το «σημείο μηδέν», εκεί που κάποτε δέσποζαν τα δύο κτίρια «σύμβολα» του καπιταλισμού και του αμερικανικού γοήτρου. Ήταν τόσο «εξαιρετική» αυτή η τραγωδία, τόσο ιδιαίτερη, ή δεν ήταν, όπως διατείνεται η βρετανίδα λογοτέχνις;

Θεωρώ προσβολή στη μνήμη των θανόντων –μεταξύ αυτών και 65 Ελληνικής καταγωγής αμερικανών- αυτό το ψευτοδίλημμα. Κάθε στιγμή ανθρώπινου πόνου είναι μοναδική, και για αυτό εξαιρετική, ιδιαίτερη. Και για την ίδια τραγωδία, για το ίδιο κακό, για την ίδια συμφορά, ο καθένας από μας πονάει με το δικό του μοναδικό και ιδιαίτερο τρόπο. Συνεπώς, το γεγονός ότι έγιναν στάχτη, μόρια στον αέρα 3000 ψυχές , το γεγονός πως μύριζε επί καιρό πτωμαΐνη η περιοχή , είναι εξαιρετικό και μάλιστα, είναι μαζί εξευτελιστικό για όλη την ανθρωπότητα. Επειδή, αν θέλουμε να προσποιούμαστε τους διεθνιστές και τους δημοκρατικούς, τότε θα πρέπει να σκεφτούμε αλλιώς: Για κάθε κακό στην «παγκόσμια» «γειτονιά» μας, ευθύνη έχουμε όλοι, και κάθε τρομοκράτης όσο και τρομοκρατούμενος, υπό την έννοια αυτή, ευτελίζει με κάθε τρομοκρατικό χτύπημα την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Αν οι Αμερικανοί «προκάλεσαν ισλαμιστές να εξεγερθούν με την ιμπεριαλιστική συμπεριφορά τους» και αυτό είναι ερμηνεία των κινήτρων της επίθεσης της 11ης, άλλο τόσο και η Βρετανία θα πρέπει κάτι να έχει κάνει, κάπου να φταίει για να έχει προκαλέσει τον IRA. Μας βολεύει λοιπόν εμάς των προοδευτικών ανθρώπων, αυτός ο τρόπος σκέψης; Έχουμε την τόλμη να δούμε τον κόσμο , όχι χωρισμένο σε θύτες και θύματα, αλλά σε μια συνεχή αλληλεπίδραση; Αν όχι, ας μεριμνήσουμε να θεραπεύσουμε την εμμονή αξιολόγησης του εξ-αιρετικού ή μη χαρακτήρα μιας εξ ορισμού τραγωδίας.

Το θέμα είναι τώρα πώς αντιλαμβάνεται σήμερα ο μέσος Αμερικανός την ανάγκη συντήρησης και έκφρασης του πατριωτισμού του. Και ενδιαφέρει η αντίληψή του, γιατί αυτή επηρεάζει την πολιτική και τη μοίρα άλλων λαών, τόσο συμμάχων με τον αμερικανικό, όσο και των (εν δυνάμει) αντιπάλων του.

Σε απόσταση αναπνοής από το Γκράουντ Ζίροου είναι το μετρό. Αυτό σημαίνει πως εκατοντάδες, για να μην πω χιλιάδες άνθρωποι καθημερινά, κάνοντας χρήση του μετρό, κατακλύζουν πηγαινοερχόμενοι την περιοχή. Εκεί γύρω λοιπόν μπορεί κανείς να δει πωλητές βιβλίων για το τι συνέβη την 11η, ανθρώπους να στέκονται στον περιφραγμένο χώρο και να κλαίνε έξι χρόνια μετά, άλλους που δεν διστάζουν να ειρωνευτούν και να αναπτύξουν στο λεπτό θεωρίες συνωμοσίες «για εκείνη την ημέρα» μόλις πάρουν χαμπάρι ότι ενδιαφέρεσαι συνειδητά να σταθείς «κει γύρω» ως επισκέπτης. Άλλοι προσπερνούν αδιάφοροι και βιαστικοί για να πάνε στις δουλειές τους, και ζευγαράκια που βγαίνουν από τη στάση του μετρό έχοντας δώσει ραντεβού εκεί που κάποτε κάποιους άλλους συνάντησε ο θάνατος, φιλιούνται γιατί η ζωή συνεχίζεται και απαιτεί αυτό που της ανήκει. Όμως , έναν –έναν αν ρωτήσεις αυτούς τους ανθρώπους για την 11η, ένας προς ένας, ανεξάρτητα από τι θα πει , πάντως στο λόγο του, θα εμπεριέχεται η λέξη «έθνος». «Το έθνος μου» είναι στην καρδιά και στο μυαλό του μέσου αμερικανού, αδιάφορο αν αυτός συμφωνεί ή διαφωνεί με την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, αν κατανοεί ή όχι το τι κάνει κάποιον καμικάζι, αν δέχεται ότι μπορεί η εξωτερική πολιτική της χώρας του να προβληματίζει μια άλλη. Η εκφορά και μόνο της λέξης «έθνος» σε μια ήπειρο –σύμβολο της παγκοσμιοποιημένης προσπάθειας και προϊόν κατοίκων που μετανάστευσαν εκεί πριν 200 και κάτι χρόνια έχοντας διαφορετικά ήθη κι έθιμα ο καθένας- είναι κάτι το μοναδικό.

Διαβάζοντας την αμερικανική ιστορία, διαπιστώνει κανείς αθιά προσήλωση στο αμερικανικό πατριωτικό πνεύμα, ένα πνεύμα δημόσιο, υπό την έννοια ότι για τον αμερικανό πολίτη, αυτός που αγαπά την πατρίδα του επιδιώκει ταυτόχρονα την προσωπική και συλλογική προκοπή στην ήπειρό του, πιστεύοντας ότι η μία προκοπή προϋποθέτει και τροφοδοτεί την άλλη. Μετά την 11η, αυτή η περί πατριωτισμού αντίληψη, έχει συμπληρωθεί από ένα ασίγαστο συναίσθημα περί ασφάλειας και άμυνας. Ας μιλήσουμε λοιπόν για αισθήματα:

Στο πανεπιστήμιο Pace της Νέας Υόρκης, κατά το πέρας μιας ομιλίας, με πλησίασε ένας φοιτητής, γνωρίζοντας ότι είμαι Ευρωπαία: «Την επομένη της 11ης, όλοι στην Ευρώπη είπατε πως είστε Αμερικανοί. Αμέσως μετά όμως , μας εγκαταλείψατε. Γιατί;»

Καταρχάς, αισθάνθηκα δέος στην ερώτηση του. Πρώτον γιατί ήταν νέος, κι αυτό μου αρκούσε για να συναισθανθώ τη σημασία της αγωνίας του, δεύτερον γιατί συνειδητοποίησα πως στην άλλη μεριά του Ατλαντικού, υπάρχει ακόμα αρκετή άγνοια, ελλιπής ενημέρωση και παρερμηνεία για γεγονότα και συμπεριφορές στην Ευρώπη. Υπεραπλουστεύσεις, στερεότυπα και λάθος εντυπώσεις τόσο από τους Ευρωπαίους για τους Αμερικανούς όσο και από τους Αμερικανούς για τους Ευρωπαίους, προσφέρονται άφθονα. Προσπάθησα να του πω πως υπάρχουν πολλοί στην Ευρώπη που αισθάνονται ακόμα Αμερικανοί λόγω της 11ης. Και πως ίσως αυτοί οι πολλοί θα ήταν περισσότεροι αν η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ ήταν περισσότερο ευέλικτη και περισσότερο διακριτική. Η διαχείριση του θυμού των αμερικανών μετά την 11η δεν ήταν και η ιδανική, και η όποια αντίδραση στο όνομα της δίκαιης άμυνας δεν ήταν αυτομάτως δικαιολογημένη για το μέσο Ευρωπαίο που εξακολουθεί να βιώνει πολυδιάστατα τις συνέπειες των βιωμάτων του Β Παγκοσμίου Πολέμου. Έναν Ευρωπαίο που συμμάχησε «με όλη του την καρδιά» μεταπολεμικά με τις ΗΠΑ, που είδε με ειλικρινή και βαθιά συμπάθεια τον αμερικανό της 11ης αλλά και της 12ης Σεπτεμβρίου, και έναν Ευρωπαίο που κατόπιν αυτών διαψεύστηκε από τις ΗΠΑ , όταν είδε την Αμερική, το προπύργιο του ελεύθερου κόσμου, να προβάλλεται μέσα από φωτογραφίες σαν αυτές που απεικόνιζαν μια διεστραμμένη ένστολη να ηδονίζεται μαστιγώνοντας και υποβάλλοντας σε σοδομισμούς κρατούμενους των ιρακινών φυλακών. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, πώς η αμερικανική διπλωματία θα έπειθε για ένα δημοκρατικό όραμα στη Μέση Ανατολή; Γιατί , ναι, μπορεί μια μεμονωμένη περίπτωση να μην αντικατοπτρίζει το πολιτικό και πολιτισμικό λόγο ενός ολόκληρου λαού, και δη ενσαρκωτή της αποκαλούμενης υπερδύναμης, αρκεί όμως για να τον συκοφαντήσει και να τον θέσει εν αμφιβόλω στα μάτια των υπόλοιπων λαών που καλούνται να συμπορευτούν μαζί του.

Είναι σαφές ότι η αμερικανική διοίκηση, έχει αρχίσει να κατανοεί και η ίδια λάθη και παραλείψεις της που , όχι μόνο ενέτειναν τον αντιαμερικανισμό, αλλά κυρίως, που εμπόδισαν τη νάρκωση του αισθήματος της ανασφάλειας στη νέα γενιά των Αμερικανών χωρίς παράλληλα να περισταλεί στον αναμενόμενο βαθμό η τρομοκρατία. Μια πιο ανοικτή διπλωματία εφαρμόζεται ήδη , και η άσκηση πολυμερούς πολιτικής, δείχνει να εισάγεται στο λεξιλόγιο και στην πρακτική των αμερικανών αξιωματούχων του Στέητ Ντιπάρτμεντ και του Πενταγώνου, διευκολύνοντας και την ΕΕ στη χάραξη μιας πιο αποτελεσματικής συμμαχικής γραμμής.

Ωστόσο, οι ΗΠΑ , ασχέτως του αν έχουν σήμερα ρεπουμπλικανική και αύριο δημοκρατική διοίκηση, θα πρέπει να αφήσουν πίσω τους οριστικά την τηλευαγγελική πολιτική, και να ακολουθήσουν στην πράξη τα όσα ευαγγελίζεται η ίδια τους η αγγλοσαξονική σκέψη, η οποία και δημιούργησε τον προσφιλή σε αυτές «Τρίτο Δρόμο». Ο Μπλερ , ως ένας εκ των ευαγγελιζομένων αυτού του τρίτου δρόμου των εθνών, ήταν αυτός που τόνιζε πως «στον 21ο αιώνα, η άσκηση της πολιτικής θα περιλαμβάνει υποχρεωτικά την εναρμόνιση εννοιών οι οποίες στο παρελθόν εθεωρούντο ανταγωνιστικές, όπως ο πατριωτισμός και ο διεθνισμός, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, η προώθηση του επιχειρείν και η επίθεση κατά της φτώχειας και του κοινωνικού ρατσισμού».

Αυτή η εναρμόνιση, αν είναι γνήσια κι αν ακόμα εξακολουθεί να συνιστά στόχο των ΗΠΑ και των συμμάχων τους, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να ακυρώνει την εθνική συνείδηση των λαών και να βαφτίζει τον εθνισμό εθνικισμό, όπως δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να βαφτίζει ιμπεριαλισμό το οικουμενικό πνεύμα των λαών άνευ του οποίου δεν θα επιβιώσουν οι σύγχρονες κοινωνίες. Ένα πνεύμα, για το οποίο αγωνίστηκε να επικρατήσει ένας Έλληνας, ο Μακεδόνας κι εκπολιτιστής των εθνών, Μέγας Αλέξανδρος :

« Σας εύχομαι τώρα που θα τελειώσουν οι πόλεμοι να είστε ευτυχισμένοι μέσα σε ειρήνη.
΄0λοι οι θνητοί από εδώ και πέρα να ζήσουν σαν ένας λαός μονιασμένος για την κοινή προκοπή, να έχετε την οικουμένη για πατρίδα σας, με νόμους κοινούς, όταν θα κυβερνούν οι άριστοι ανεξάρτητα απ΄ τη φυλή.

Δε χωρίζω τους ανθρώπους, όπως κάνουν οι στενόμυαλοι, Έλληνες και βάρβαρους.

Δεν μ΄ ενδιαφέρει η καταγωγή των πολιτών ούτε η ράτσα που γεννήθηκαν, τους καταμερίζω με μοναδικό κριτήριο την αρετή, για μένα κάθε καλός ξένος είναι Έλληνας και κάθε κακός Έλληνας είναι χειρότερος από βάρβαρο.

Αν ποτέ σας παρουσιαστούν διαφορές, δεν θα καταφύγετε στα όπλα, Παρά θα τις λύσετε ειρηνικά. Στην ανάγκη θα σταθώ διαιτητής σας.

Το θεό δεν πρέπει να τον έχετε σαν αυταρχικό κυβερνήτη, αλλά Σαν κοινό πατέρα όλων, ώστε η διαγωγή σας να μοιάζει με τη ζωή που κάνουν τ΄ αδέλφια μέσα στην οικογένεια.

Απ΄ τη μεριά μου όλους σας Θεωρώ ίσους, λευκούς και μελαψούς και θα΄ θελα να μην αισθάνεστε μόνο σαν υπήκοοι της κοινοπολιτείας μου, αλλά να νοιώθετε όλοι σαν μέτοχοι και συνέταιροι.

΄0σο περνά απ΄ το χέρι μου, θα προσπαθήσω να γίνουν πραγματικότητα αυτά που υπόσχομαι. Αυτό τον όρκο που δώσαμε απόψε με σπονδές κρατήστε τον σαν σύμβολο αγάπης»

(ΩΠΗ ΒΑΒΥΛΩΝΑΣ, 324πΧ)

***Πρόκειται για κείμενα που δημοσιεύθηκαν σε συνέχειες στην «Απογευματινή» το Φθινόπωρο του 2007, αμέσως μετά το ταξίδι μου στις ΗΠΑ… μια χώρα, της οποίας οι κάτοικοι-τουλαχιστον οι λιγοστοί που εγώ γνώρισα- εξακολουθούν να μου είναι λίαν αγαπητοί και τους οποίους, θυμάμαι με νοσταλγία για την αυθεντικότητα και την ειλικρίνεια των λόγων τους και γαι τη θέρμη της φιλοξενίας τους.

Advertisements

Σχόλια»

No comments yet — be the first.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: