jump to navigation

Έδωσαν, λέει, και τα παξιμάδια τους στους αιχμαλώτους(ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ) Φεβρουαρίου 5, 2009

Posted by mariandr in παλαιότερα κείμενα του 2009, Εντυπώσεις, Ματωμένα Χώματα, Μνήμες του λαού μου, TOURKIA.
trackback

Το παρακάτω κείμενο έστειλε προς «ΤΟ ΛΗΜΕΡΙ» ο διακεκριμμένος Πανεπιστημιακός Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων Μάριος Ευρυβιάδης.

Στήλες – ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

Έδωσαν, λέει, και τα παξιμάδια τους στους αιχμαλώτους

Δεν έχουν γλώσσα να μιλήσουν εκείνα τα βουνά που μυρίζουν πεύκο και που τις χειμωνιάτικες μέρες χώνονται στην ομίχλη και στους καπνούς και φαίνονται απ’ άκρου εις άκρον όταν ο καιρός είναι ηλιόλουστος και ο ουρανός καταγάλανος. Ούτε και τα ορεινά χωριά των οποίων οι λάμπες καίνε τα βράδια σαν καντήλια. Τι μέρες ήταν και εκείνες. Ζεστές σαν μολύβι. Μήπως

από αυτά τα βουνά ήρθε και πέρασε ο Τούρκος απόμαχος πολεμιστής που είπε πως «εγώ έδωσα ακόμη και τα παξιμάδια μου στους Ελληνοκύπριους αιχμαλώτους»; Σε εκείνα τα χωριά μπήκε; Δεν ένιωσε καθόλου αναγούλα, δεν έκανε καθόλου εμετό και δεν ζαλίστηκε καθόλου από τη μυρωδιά του αίματος, έτσι δεν είναι; Και σίγουρα δεν είδε καθόλου τους αιχμαλώτους εκείνους που δολοφονήθηκαν με τα χέρια δεμένα πισθάγκωνα.»Εγώ είδα», μου είπε ένας άνδρας του οποίου τα μαλλιά άρχισαν να ασπρίζουν. Ένας που κατάγεται από κάποιο ορεινό χωριό. Και άρχισε να μου διηγείται. «Οι στρατιώτες στο χωριό συνέλαβαν αιχμάλωτους 30-40 Ελληνοκύπριους και τους μετέφεραν. Μου κινήθηκε η περιέργεια πού τους έπαιρναν και τι θα τους έκαναν. Τους ακολούθησα και εγώ. Οι στρατιώτες γύριζαν και μου έλεγαν κάθε τόσο ‘σήκω φύγε’. Δεν έφυγα. Τους ακολούθησα μέχρι τέλους. Όταν έφτασαν μπροστά σε έναν τοίχο σταμάτησαν. Τους έβαλαν στην σειρά έναν-έναν. Ήταν ένα μέρος κλειστό με ξύλινα κάγκελα, σαν κήπος. Όμως εκείνοι κοίταξαν γύρω τους για να μην δει κανείς τι θα έκαναν. Ακούμπησα το κεφάλι μου στα ξύλινα κάγκελα. Μπορούσα να δω τα πάντα. Ξαφνικά πυροβόλησαν και τους σώριασαν όλους στο έδαφος. Το χώμα μετατράπηκε σε λίμνη αίματος. Ύστερα έδωσε διαταγή ο διοικητής. Να πλησιάσουν και να τους ρίξουν και από μια σφαίρα στο κεφάλι. Έτσι έκαναν και βεβαιώθηκαν πως είχαν πεθάνει όλοι». Αφού το διηγήθηκε αυτό χαμογέλασε πικρά. «Τους έδωσαν, λέει, ακόμη και τα παξιμάδια τους, ε», είπε. Και αμέσως πέρασε σε μιαν άλλη ιστορία. Ήταν ολοφάνερο πως δεν μπορούσε να σταματήσει να τα διηγείται αυτά. Άλλωστε είδε τόση πολλή θηριωδία … «Στο χωριό μας είπαν ‘μην πάτε από εκείνη την μεριά’. Γι’ αυτό τον λόγο μας κινήθηκε η περιέργεια και περπατήσαμε προς εκείνη την μεριά. Εγώ και ο πατέρας μου. Και ένας νεαρός. Ξαφνικά τι να δούμε. Σαν να είχαμε πέσει πάνω σε έναν νεκροταφείο που δεν είχαν σκαφτεί ακόμη οι τάφοι για τους νεκρούς. Μια στοίβα σκοτωμένοι άνθρωποι κείτονταν στην γη μέσα σε αίματα. Κάποιος από αυτούς ζούσε ακόμη. Ένας Ελληνοκύπριος αστυνομικός. Ο πατέρας μου τον γνώριζε. Ήταν τροχονόμος. Μόλις μας είδε προσπάθησε να σηκωθεί από το έδαφος. Ήταν βαριά τραυματισμένος. ‘Γιατρό, γιατρό’, μουρμούρισε. Κοιταχτήκαμε με τον πατέρα μου. Τι μπορούσαμε να κάνουμε. Αλλά ο νεαρός δίπλα μας δεν νοιάστηκε καθόλου. Μόλις είδε πως ο Ελληνοκύπριος σηκωνόταν από το έδαφος άρπαξε μια τεράστια πέτρα και επιχείρησε να περπατήσει προς το μέρος του λέγοντας ‘δεν ψόφησες τελικά, ε’. Ο πατέρας μου τον εμπόδισε. Πήρε την πέτρα από το χέρι του. Αλλά εκείνος θίχτηκε πολύ γι’ αυτό. ‘Τώρα θα δείτε’, είπε και άρχισε να τρέχει προς το χωριό. Δεν είχαμε αποφασίσει ακόμη τι να κάνουμε με τον πατέρα μου. Μόνο στους στρατιώτες των Ηνωμένων Εθνών θα μπορούσαμε να παραδώσουμε τον τραυματία εκείνο. Αλλά πώς; Την ώρα που προβληματιζόμασταν ακούσαμε το θόρυβο ενός αυτοκινήτου. Ερχόταν προς το μέρος μας. Κρυφτήκαμε αμέσως. Το αυτοκίνητο ήρθε και σταμάτησε κοντά στους νεκρούς. Από μέσα βγήκε εκείνος ο νεαρός μαζί με έναν ένοπλο άνδρα. ‘Πού είναι αυτοί’, ρώτησε ο άνδρας. ‘Πριν λίγο ήταν εδώ’, είπε. Ύστερα ο άνδρας άκουσε το βογγητό του τραυματία Ελληνοκύπριου. ‘Αυτός είναι που δεν πέθανε και στάθηκε στα πόδια του’, ρώτησε. ‘Ναι’, είπε ο νεαρός. Και ο άνδρας στάθηκε πάνω από τον τραυματία που κειτόταν στο έδαφος και άδειασε πάνω του τη γεμιστήρα του. Ύστερα είπε: Ας σηκωθεί και τώρα να δούμε…». Αφού διηγήθηκε και τελείωσε και αυτή την ιστορία γέλασε και πάλι πικρά. «Τους έδωσαν, λέει, ακόμη και τα παξιμάδια τους, ε», είπε.Δεν έχουν γλώσσα να μιλήσουν εκείνα τα βουνά που μυρίζουν πεύκο και που τις χειμωνιάτικες μέρες χώνονται στην ομίχλη και στους καπνούς και φαίνονται απ’ άκρου εις άκρον όταν ο καιρός είναι ηλιόλουστος και ο ουρανός καταγάλανος. Ούτε και τα ορεινά χωριά των οποίων οι λάμπες καίνε τα βράδια σαν καντήλια. «Μην γράψεις το όνομά μου», μου είπε φεύγοντας ο άνδρας. Ύστερα γύρισε πίσω ξανά και είπε: «Μην νομίσεις ότι φοβάμαι. Αν συσταθεί μια επιτροπή, όπως είπες, είμαι έτοιμος να έρθω και να τα διηγηθώ όλα». Δεν έχουν τελειωμό αυτές οι ιστορίες θηριωδίας. Διηγηθείτε και εσείς αυτά που ξέρετε. Μην ανησυχείτε. Δεν πρόκειται να τινάξουν στον αέρα την αργοκίνητη ειρηνευτική σας διαδικασία.Κωδικός άρθρου: 851347ΠΟΛΙΤΗΣ – 05/02/2009, Σελίδα: 13

Advertisements

Σχόλια»

No comments yet — be the first.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: