jump to navigation

Η ομορφιά της ζωής (: με ποιον τρόπο προσπάθησε να μου τη θυμίσει ο παπα Δημήτρης Κούβελας). Φεβρουαρίου 10, 2009

Posted by mariandr in παλαιότερα κείμενα του 2009, Ελληνική Διπλωματία, Θρησκεία, Ματωμένα Χώματα, Μνήμες του λαού μου.
trackback

Ήθελα με κάθε τρόπο να το αποφύγω. Αλλά και με τον δικό του ..μοναδικά διακριτικό τρόπο του, ο φίλος μου ο Παύλος, ρωτούσε μια φορά στο τόσο για τις προθέσεις μου, φέρνοντας -με αντιμέτωπη με αυτό που πάλευα να αποφύγω. Θα έγραφα τελικά κάτι «για το βιβλιαράκι του παπα-Δημήτρη» ή όχι;

Άλλωστε, και η ίδια του τοχα μισοπεί: «Κάτι θα γράψω για αυτήν τη μαρτυρία…» . Λοιπόν;

Γιατί το ανέβαλλα συνεχώς; Η κούραση και τα απρόβλεπτα της καθημερινότητας ήταν καλή αφορμή, αλλά όχι πραγματική αιτία. Η αιτία, ήταν η ένταση που ήξερα πως θα μου προκαλούσε όλο αυτό. «Όλο αυτό» που επιχειρώ τώρα τόσο ανακατεμένα και άκομψα, μα δεν μπορώ κι αλλιώς. Φέρνω μπροστά μου τη μορφή του παππούλη Δημητρίου: γράψε στη μνήμη του πάππου μου, είναι οι ρίζες μου, οι ρίζες μας..»


Οι ρίζες …Οι ρίζες του πατέρα «Δημητρίου του Αθανασίου Κούβελα» βρίσκονται μέσα στο «βιβλιαράκι» του, αυτό που έχω αποθέσει δίπλα μου και τιτλοφορείται «Ο ΠΑΠΠΟΣ ΜΟΥ ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΕΜΜΑΝΟΥΗΛ, -Ιερεύς –Μέγας Οικονόμος της Ιεράς Μητροπόλεως Δράμας». Στη φιλολογική λαλιά το βιβλίο που συνέγραψε ο παππούλης για τον «εκ μητρός πάππο του» δεν θεωρείται παρά μια ιστορική μαρτυρία για το Μακεδονικό Αγώνα. Μια μαρτυρία ακόμα. Μια από τις πολλές, τις οποίες , κάθε φορά όταν διαβάζω, τα μηνίγγια μου με σφίγγουν και τα δάκρυα μου κυλούν απροκάλυπτα. Όχι , μακριά από μένα οι συναισθηματισμοί όταν πρόκειται «για τη δουλειά μου» και ακόμα μακρύτερα οι εθνικισμοί. Η δημοσιογραφία δεν βασίζεται στο συναίσθημα αλλά στην ικανότητα καταγραφής , αξιολόγησης και ερμηνείας των γεγονότων –των οριζόμενων ως τέτοιων και των οριζόμενων ως αυτών που επιδρούν «στο κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι». Κι οι εθνικισμοί, μόνο δεινά συσσώρευσαν και συσσωρεύουν στην ανθρωπότητα. Ο πατριωτισμός είναι αυτός που εξέλιπε και που μόλις πάει να ξεμυτίσει δειλά, «κάποιοι», τον βαφτίζουν επίτηδες «εθνικισμό». Γιατί λοιπόν η ένταση και τα δάκρυα; Είναι απλή η απάντηση: Ψάχνω να βρω κάθε φορά διαβάζοντας την ιστορία και το βίο των ανθρώπων του τόπου μου, τι κοινό έχω εγώ μ αυτούς, τι είναι αυτό που θα μπορούσε να με ενώνει με κείνους, αν είμαι η αυθεντική συνέχεια των επιτευγμάτων και των ελαττωμάτων τους. Να, λίγο προτού κάτσω να «γράψω» αυτά, ένας συνάδελφος στην τηλεόραση μας ενημέρωνε για τον «πατέρα που ασέλγησε στην επτάχρονη φίλη της κόρης του». Ακούς και βλέπεις αυτήν την είδηση, 10 του Φεβρουαρίου 2009, και μετά στρέφεις το κεφάλι και σκύβεις στη μαρτυρία που έγραψε ο παππούλης Δημήτρης: ο πάππος του, δολοφονήθηκε από Βούλγαρους κομιτατζήδες στη Δράμα το 1906, γιατί αρνήθηκε να εισέλθει αυτός και το ποίμνιό του στην Εξαρχία. Αυτό είναι «όλο». Αλλά αυτό το όλο , τι σχέση έχει με τον πατέρα που ασέλγησε; Τι σχέση έχει με μένα; Τι νόημα έχει να διαβάσω και μετά να γράψω για την κατακρεούργηση του ιερέα Ιωάννη Παπαεμμανουήλ στο χωριό Καλή Βρύση της Μητροπόλεως Δράμας κατά το 1906 στις έντεκα το βράδυ ΣΗΜΕΡΑ; Τι μπορεί να μου «πει» , εμένα και του κάθε νεοέλληνα που ασελγεί καθημερινά εις βάρος των άλλων και του εαυτού του, αυτό το βιβλιαράκι, πέραν «μιας ακόμα μαρτυρίας»;

Νιώθω πως θα μπορούσε να μου πει, αν ένιωθα και γω συνέχεια ψυχολογική, εθνική, θρησκευτική και πολιτιστική και όχι απλώς βιολογική του (κάθε) νεομάρτυρα (ιερωμένου)Έλληνα του 1906. Αλλά δε νιώθω να είμαι. Δεν νιώθω να έχω τίποτα από την οξυδέρκεια, την ευρύτητα του πνεύματος, το ήθος και τη λεβεντιά -υπό τον αρχαιοελλνικό της ορισμό νοούμενη και το βυζαντινό της βίωμα εκδηλούμενη- των παλιών Ελλήνων.

Αλλά, από την άλλη, το σίγουρο είναι πως, μαθαίνοντας για τη ζωή και τη δράση και την τελευτή του άσημου και άγνωστου για μένα ως σήμερα , Ιωάννη Παπαεμμανουήλ, τουλάχιστον δεν νιώθω ούτε εθνικίστρια, ούτε και μια ακόμα «βιτσιόζα με την επιστήμη της Ιστορίας». Και είναι και κάτι ακόμα σίγουρο: Πώς έχω χρέος έναντι όλων των παιδιών που λημεριάζουν στο λημέρι μου, να τα ενημερώσω για αυτό που έγραψε ο παπα-Δημήτρης Κούβελας στη μνήμη του πάππου του, γιατί, αυτό που εγώ νιώθω και εκείνο που δεν νιώθω, θα ήταν ηθικά, εθνικά και κοινωνικά εγκληματικό αν σαν τυφλοσούρτι το επέβαλα να το νιώθουν ή να μην το νιώθουν οι άλλοι. Εξάλλου, αν ποτέ θα υπήρχε για μένα η θεϊκή ευλογία να ριχθεί από τον Ουρανό ένας κρίκος συνδετικός που να ενώνει το νεομάρτυρα Ιωάννη Παππαεμμανουήλ με την τραγική ανεπάρκεια του προσώπου μου ως ελληνικού Προσώπου, αυτός δεν θα ήταν παρά μία υπόμνηση και υπόμνημα ταυτόχρονα λατρείας της Αξιοπρέπειας και της Ελευθερίας.

Επιλέγοντας να ερευνήσει τα του οικογενειακού του αρχείου, αλλά και τα της τότε Μητροπόλεως Δράμας αρχεία, ο παπα-Δημήτρης δεν γράφει «για κάποιον από το σόϊ του». Δεν πρόκειται για προσωπική του υπόθεση . Γράφοντας στη «μνήμη του πάππου μου», ο παππούλης αναλαμβάνει το ρόλο του… κομάντο: Ενός καταδρομέα που φορά ράσα και αποφασίζει να σκαρφαλώσει, παρά το προχωρημένο της ηλικίας του ως την κορυφή του βράχου να συναντήσει τον «παλιό έλληνα» Ιωάννη, για να μας τον συστήσει στη συνέχεια ως και δικό μας πάππο. Στην πραγματικότητα, το ίδιο πρόβλημα που απασχολεί και μένα, αυτό της απουσίας συνέχειας μεταξύ εκείνων των Ελλήνων και των σημερινών, ταλάνισε και κείνον. Η διαφοροποίηση μεταξύ του παππούλη και εμού ήταν αλλού : Καμία συνέχεια ,καμία συνοχή σε κανένα και για κανένα από κανένα, αν δεν επιχειρηθεί η αναζήτηση της «ρίζας». Το αν εγώ εχω σημεία κοινά με τον κάθε πρόγονό μου και πώς τα ορίζω αυτά, είναι δευτερεύον. Το πρωτεύον είναι το ψάξιμο της «ρίζας». Είναι πολύ εύκολο να χύνεις δάκρυα και να σφίγγουν τα μηνίγγια σου «διαπιστώνοντας». Μα για να διαπιστώσεις, πρέπει προηγουμένως να φροντίσεις να καταγράψεις: « Ο φόρος τιμής κι αναφοράς στις ρίζες μας είναι ό,τι ιερόν και άγιον έχουμε μέσα μας ως άνθρωποι. Οι μνήμες για την πατρίδα μας είναι ο θησαυρός της ψυχής μας που πρέπει να τον διαφυλάττουμε ακέραιο μέσα μας , για να τον παραδώσουμε στους νεώτερους ως παρακαταθήκη στους επόμενου αιώνες».

Πόσο αφοπλιστικά τα απλούστατα αυτά λόγια του στον πρόλογο του -μόλις 33 σελίδων- βιβλίου του!

Κι ήρθε η στιγμή να περάσω από τα αφοπλιστικά στα ιερά. Τη μαρτυρία του παπα Δημήτρη σχετικά με το γεγονός της δολοφονίας του από τους Βουλγάρους κομιτατζήδες το 1906 στο χωριό Καλή Βρύση, πάππου του, απαρτίζουν στην πραγματικότητα και κατά την άποψη μου, πρωτίστως και κυρίως δύο επιστολές: Η πρώτη, είναι αυτή που έγραψε ο ίδιος ο νεομάρτυς Ιωάννης στις 18 Ιουνίου 1906, προς «τον Εκλαμπρότατον», στην οποίαν, αφού τον ενημερώνει για τους «λύκους που λυμαίνονται το Γένος και την Εκκλησίαν», εννοώντας τις προπαγανδιστικές και εγκληματικές δραστηριότητες των κομιτατζήδων εις βαρος των ελληνικών πληθυσμών της Μακεδονίας, περιγράφει τις προσωπικές και οικογενειακές ταλαιπωρίες του ζητώντας ταπεινά να αναλάβει «μέσω του προξενείου», όπως γράφει, την προστασία των τέκνων του «και εκπαιδεύσητε αυτά».

Είναι άραγε συναισθηματισμός ή σωβινισμός ή κλινική περίπτωση αφορώσα τους ψυχιάτρους το να ξαναρίξω στη σελίδα αυτή λημεριωτόπουλα αγαπημένα τη λέξη «δακρυ»; Γιατί όσο και να ψαχνει η φαντασία μου, δεν μπορεί να βρει άλλον τρόπο αντίδρασης στον οποιονδήποτε καλοπροαίρετο αναγνώσει την επιστολή αυτήν, «ανακαλύπτοντας» το χαρακτήρα, τα πιστεύω ,τη ψυχοσύνθεση και τα ταπεινά όνειρα ενός ΄Μακεδόνα έλληνα ιερωμένου και πατέρα. Σε ‘απλά ελληνικά’, ο αγνοών πως σε λίγο θα εδολοφονείτο Ιωάννης, αναφέρει ότι υπηρέτησε πιστά και αφοσιωμένα ιερουργώντας και διδάσκοντας σε απομακρυσμένα χωριά της Ζίχνης και της Δράμας, στερούμενος «και των αναγκαίων» σε αντίθεση με τους Βουλγάρους κληρικούς. Και επισημαίνει: …Είναι πασίδηλον τοις αρμοδίοις ότι ένεκεν αυτης της μεγάλης ανωμαλίας και χάριν του γένους και της θρησκείας έχασα άπασαν την πατρικήν μου περιουσίαν.Επί του παρόντος δε, στερούμαι πάντων των αναγκαίων ως και αυτού του επιουσίου άρτου! ……

… μετά τον επικείμενον θάνατόν μου τα τέκνα του Οικονόμου και η συζύγός του πρεσβυτέρα θα περιέρχονται εις τας οδούς και ρύμας ζητούντες ελεημοσύνην…»

Αναρωτιέμαι πώς θα αισθάνονταν και πώς θα αντιδρούσαν πολλοί εκ των σημερινών ιερωμένων στην αναγνωση αυτής της επιστολής….

Η δεύτερη επιστολή, είναι ακόμα συγκλονιστικότερη: Είναι η επιστολή που απήυθυνε στον Οικουμενικό Πατριάρχη ο Μητροπολίτης Δράμας και μετέπειτα Μεγαλομαρτυς ως Μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος, αφενός για να περιγράψει τον τρόπο της δολοφονίας του ιερέα του Ιωαννη Παπαεμμανουήλ από τους κομιτατζήδες, τους λύκους του βουλγαρισμού, όπως τους αποκαλεί, και αφετέρου ,για να επισημάνει το ρόλο των Αγγλων στην …απόπειρα προστασίας του ορθόδοξου πληθυσμού από το βουλγαρικό μαχαίρι.

Για το ρόλο των Αγγλων, θα επανέλθω. Νωρίτερα, στέκομαι στη συγκλονιστική κατακλείδα της επιστολής του Χρυσοστόμου, ενός ακόμα ιεράρχη που αγίασε μαρτυρώντας με βασανιστήρια από τον τουρκικό όχλο μόνο και μόνο γιατί ήταν έγκλημα που γεννήθηκε έλληνας και Ορθόδοξος: Στην κατακλείδα ο Χρυσόστομος ενημερώνει τον Πατριάρχη ότι έγινε και εναντίον του μια παρ ολίγον απόπειρα, καθώς μια Βουλγάρα είχε αναλάβει να ρίξει βόμβα στη Μητρόπολη, αλλά τελικά δεν το έπραξε, «δεν έσχε το θάρρος», όπως γράφει .

Αγνοεί ο Μεγαλομάρτυς τον τρόπο θανάτου του δεκαέξι χρόνια μετά. Και πώς να μπορούσε να τον φανταστεί άλλωστε…

-Όχι άλλο μελό, γράψε μας κάτι άλλο, πιθανόν να μου πουν καποιοι. Σωστά. Υποσχέθηκα πως θα επέστρεφα στο ρόλο των Αγγλων, οι οποίοι αναφέρονται στο γράμμα του Αγίου Χρυσοστόμου (κατόπιν) Σμύρνης, του ιεράρχη που είχε χειροτονήσει τον Ιωάννη.

Ίσως τα λημεριωτόπουλα -μου να μην γνωρίζουν ότι η βουλγαρική προσάρτηση της Ανατολικής Ρωμυλίας το 1885, έγινε με τις ευλογίες των Άγγλων.Ίσως να μην γνωρίζουν ότι η ίδια η βρετανική κυβέρνηση είχε εκδώσει το 1903 τη λεγόμενη «Κυανή Βίβλο», στην οποία περιγράφονταν λεπτομερώς οι ωμότητες των κομιτατζήδων κατά των Ελλήνων της Μακεδονίας. Και πιθανόν , όχι μόνο τα λατρεμένα λημεριωτόπουλα, αλλά και λημεριώτες της ηλικίας μου να μην ξέρουμε αυτό που πρώτος τόνισε έξω από τα δόντια και χωρίς επιστημονικοφάνεια αλλά με επιστημοσύνη και ευθύτητα ο τώρα μακαριστός και ενόσο ζούσε ο «ενοχλητικός» Χριστόδουλος: « …

Το Πατριαρχείο, επί Πατριάρχου Κωνσταντίνου Ε΄ του Βαλλιάδου, προήγαγε σε Μητροπόλεις όλες τις Επισκοπές της Μακεδονίας και απέστειλε στις μακεδονικές αυτές Μητροπόλεις νέους, φλογερούς πατριώτες και αποφασισμένους ποιμένες ως Μητροπολίτες, που ετέθησαν αμέσως επικεφαλής του πολύμορφου αγώνα για τη διάσωση της Μακεδονίας. Ανάμεσα σ’ αυτούς σελαγίζουν τα ονόματα του Καστορίας Γερμανού Καραβαγγέλη, του Πελαγονίας Ιωακείμ Φοροπούλου, του Δράμας Χρυσοστόμου Καλαφάτη, του Κορυτσάς Φωτίου Καλπίδου, του Νευροκοπίου Θεοδωρήτου Βατματζίδου, του Γρεβενών Αιμιλιανού Λαζαρίδου, του Θεσσαλονίκης Αλεξάνδρου Ρηγοπούλου, του Σερρών Γρηγορίου, του Μελενίκου Ειρηναίου Παντολέοντος, του Βοδενών Στεφάνου Δανιηλίδου κλπ. Σ’ αυτούς κυρίως και σε πολλούς άλλους η Μεγάλη Εκκλησία ανέθεσε την αποστολή διασώσεως της Μακεδονίας από την πανσλαβιστική απειλή και αυτοί κυρίως εβάστασαν τον καύσωνα της ημέρας και το ψύχος της νυκτός, της ασελήνου και οργιώδους. Χωρίς αυτούς ο Ελληνισμός θα είχε χαθεί από τη Μακεδονία πολύ πριν το 1903, δηλ. πριν εκδηλωθεί η αντίδραση του ελληνικού βασιλείου και προετοιμασθούν τα πρώτα ένοπλα τμήματά του.

Με δεδομένα τον ανοικτό ανταγωνισμό Πατριαρχείου και Εξαρχίας και την ανάγκη αναχαιτίσεως του πανσλαβισμού, «προβαίνοντος γιγαντιαίοις βήμασι προς βλάβην του Ελληνισμού» κατά την φράση του Θ. Βαλλιάνου, οι Ιεράρχες αυτοί, αποτελούντες τους ευέλπιδες Εκκλησίας και Γένους, ανέλαβαν με ενθουσιασμό και φρόνημα ηρωικό τον αγώνα των και επετέλεσαν θαύματα. Άγοντες οι περισσότεροι ηλικία κάτω των 40 ετών όταν απεστάλησαν, μερικοί δε και κάτω των 35, διαθέτοντες ευφυία οξυδερκή, παράστημα αρρενωπό και επιβλητικό, μόρφωση σπάνια, γλωσσομάθεια, φρόνημα ακμαίο και ακατάβλητο, αγάπη προς το Γένος μέχρι λατρείας, ηρωισμό και γενναιότητα και δεινότητα ρητορική και διπλωματική, εκλαμβάνονταν παρά των Ελλήνων Ορθοδόξων ως Αρχάγγελοι, σταλθέντες στην κατάλληλη στιγμή, ενώ παρά των εξαρχικών εκλαμβάνονταν ως πολέμαρχοι ανίκητοι και απτόητοι. Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό, κατά το οποίο οι ακόλουθοι του Μητροπολίτου Καστορίας Γερμανού Καραβαγγέλη συνέλαβαν περιφερόμενο έξω από τη Μητρόπολη, έναν ύποπτο, που ανακρινόμενος ομολόγησε ότι είχε σταλεί από το βουλγαρικό Κομιτάτο να δολοφονήσει τον ιεράρχη, αλλά δεν εκτέλεσε την εντολή όταν είδε τον Γερμανό «ένα λεβέντη -όπως είπε- που έμοιαζε με τον Θεό«. Οι Ιεράρχες αυτοί εργάσθηκαν εν πολλοίς, μόνοι. Συχνά όμως τους συνέτρεχε κόσμος ολόκληρος ενόπλων και αόπλων, που στάθηκε αλληλέγγυος μαζί τους».

Και σίγουρα δεν έχουμε συνειδητοποιήσει πως η Βουλγαρική Εξαρχία δεν ήταν ένα στυγνά «θρησκευτικό ζήτημα» που ανάγκασε το οικουμενικό μας Πατριαρχείο να καταδικάσει τον εθνοφυλετισμό, αλλά ήταν ένα καταπληκτικό πολιτικό εργαλείο που χρησιμοποιήθηκε περίτεχνα τόσο από Ρώσους, Άγγλους, Βούλγαρους, όσο και των Γάλλων και των Τούρκων για τη διάσπαση των (χριστιανικών) πληθυσμών της Βαλκανικής : «…ο ρωσικός και ο τουρκικός, έκαστος για ιδικούς του λόγους, προέβαιναν συνεχώς σε ανθελληνικές ενέργειες, επιδιώκοντας ο μεν την προώθηση του πανσλαβιστικού σχεδίου εξόδου στο Αιγαίο, ο δε την διαίρεση των ορθοδόξων πληθυσμών και την αποδυνάμωση του πνευματικού των κέντρου, δηλ. του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Υπό το πρίσμα αυτό θα πρέπει να θεαθεί και το πρωτοφανές γεγονός της ανακηρύξεως της βουλγαρικής Εξαρχίας με σουλτανικό φιρμάνι του Αβδούλ Αζίζ της 10ης Μαρτίου 1870, το άρθρο 10 του οποίου προέβλεπε τη δυνατότητα επεκτάσεως του εξαρχάτου, πέρα από τις περιοχές που αναγνωρίσθηκαν ως εξαρχικές και σε άλλα μέρη, αν το σύνολο ή τα 2/3 τουλάχιστον των κατοίκων των επιθυμούσαν να υπαχθούν στην Εξαρχία. Το άρθρο αυτό, που έχει χαρακτηρισθεί ως «μακιαβελικής συλλήψεως» προετοίμαζε τη διαίρεση μεταξύ των χριστιανικών πληθυσμών και προωθούσε τον οξύ φυλετικό ανταγωνισμό. Ας σημειωθεί ότι το φιρμάνι είχε συντάξει ο ρώσος πρεσβευτής στην Πόλη Στρατηγός Ιγνάτιεφ, γνωστός μισέλλην και θιασώτης του πανσλαβισμού.

Η ίδρυση, έστω και με αυτόν τον ανορθόδοξο τρόπο, της βουλγαρικής Εξαρχίας σήμαινε νίκη των ρώσων εναντίον των γάλλων, που είχαν προσπαθήσει, και μέχρις ενός σημείου πετύχει, να προσδέσουν στον βουλγαρικό ίππο -που αφηνιάσας από τα κεντρίσματα του φυλετικού εθνικισμού ζητούσε εκκλησιαστική χειραφέτηση- στο άρμα του Βατικανού δια της Ουνίας και των Λαζαριστών Μοναχών, που προωθούσαν την καθολική επιρροή στα Βαλκάνια. Γι’ αυτό οι άγγλοι φαίνονταν ικανοποιημένοι από την επιτυχία των ρώσων. Άλλο τόσο ικανοποιημένοι ήσαν και οι τούρκοι, που είχαν πετύχει τη διάσπαση της ενότητας των ορθοδόξων της Βαλκανικής.

Η σύσταση της βουλγαρικής Εξαρχίας σηματοδοτεί μια νέα περίοδο στην ιστορία της Μακεδονίας, περίοδο που στιγματίζεται από την αρχικά ήπια και ειρηνική προσπάθεια των βουλγάρων κομιτατζήδων για την εθνολογική αλλοίωση υπέρ των σλαβοφίλων των ελληνικών πληθυσμών της Μακεδονίας και που, μετά την αποτυχία της, μετεβλήθη σε βίαιη, σφοδρή και με απηνείς διώξεις και δολοφονίες Ελλήνων εκστρατεία αφελληνισμού της Μακεδονίας. Αξίζει να σημειωθεί ότι η βουλγαρική εθνική συνείδηση είχε σχεδόν εξαλειφθεί επί τουρκοκρατίας, διότι δέσποζε τότε η ενότητα όλων των βαλκανικών λαών υπό την κοινή σκέπη της Μητέρας Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, που είχαν αποκτήσει την εθνοθρησκευτική ταυτότητα του Ρωμηού, ως πνευματικά τέκνα της Νέας Ρώμης. Τώρα όμως και ιδίως μετά τον πρώτο αφυπνιστή του βουλγαρικού εθνοφυλετισμού αγιορείτη Μοναχό Παϊσιο Βελιτκόφσκυ (1722-1789), που συνέγραψε το βιβλίο «Ιστορία Σλοβενοβουλγαρική του λαού των Βουλγάρων, των Τσάρων και των Αγίων» -το οποίο τυπώθηκε και διαδόθηκε το 1844, με σκοπό να προσδώσει στους βουλγάρους εθνική συνείδηση- οι ρώσοι εμπνευστές της εκκλησιαστικής Εξαρχίας, αφού αποκόπτουν τους βουλγάρους από τον μαστό της Μητέρας Εκκλησίας, τροφοδοτούν με φανατισμό τη σλαβική δήθεν των βουλγάρων, ενώ κατά τους περισσότερους ιστορικούς οι βούλγαροι είναι λαός τουρκομογγολικής καταγωγής, συγγενείς των Ούννων (Δημ. Μιχαλόπουλου, Οι βούλγαροι είναι … τούρκοι, στο «Βήμα» 23.8.92). Οι πολιτικές σκοπιμότητες και τα πολιτικά συμφέροντα επισκιάζουν συχνά τις ιστορικές πραγματικότητες. Δημιουργώντας την Εξαρχία οι ρώσοι απέβλεπαν αφ’ ενός μεν στην εφαρμογή του δόγματος «Κυρίαρχο κράτος – κυρίαρχη Εκκλησία» και άρα υποτελής στην πολιτική εξουσία, αφ’ ετέρου δε στην κινητοποίηση μιας δυνάμεως πιέσεως εναντίον των Ελλήνων, με όργανο τον σλαβικό εθνικισμό, επενδεδυμένο με εκκλησιαστικό μανδύα για την παραπλάνηση ιδίως των αγροτικών πληθυσμών. Έτσι το σχέδιο υφαρπαγής της Μακεδονίας και συρρίκνωσης του Ελληνισμού -που δεν έπαυσε να ισχύει, με τις ευλογίες πάντοτε των «ασπόνδων» φίλων μας, όπως και τότε, άριστα καταστρωμένο και αοράτως δορυφορούμενο από επιδέξιους χειριστές- έμελλε να θέσει σε κίνδυνο την προαιώνια ελληνικότητα της γης αυτής, που την εποφθαλμιούν και σήμερα οι ίδιοι πανσλαβιστές. Το σχέδιο αυτό, καταλλήλως υποστηριζόμενο, κατά περίπτωση, άλλοτε από τους ρώσους, άλλοτε από τους άγγλους και άλλοτε από άλλους, κατά την επιταγή των πολιτικών των συμφερόντων, άρχισε να εφαρμόζεται με σαφείς προθέσεις αφελληνισμού ολοκλήρων περιοχών», γράφει και πάλι, αυτός, ο «εθνικιστής», «γραφικός», του οποίου το μνημόσυνο τελέστηκε πριν δέκα μέρες. Και πάλι , ο Χριστόδουλος. Που, ενώ έγραψε την ιστορική αλήθεια για την έκβαση του Μακεδονικού Αγώνα: «…Αλλ’ εκείνο που αρνήθηκε να πράξει το ελληνικό βασίλειο, το έπραξαν οι Δεσποτάδες και μαζί μ’ αυτούς μερικοί Έλληνες διπλωμάτες, κινδυνεύοντας να ανακληθούν και να τιμωρηθούν από την κεντρική τους υπηρεσία. Αναμφισβήτητα ο Γερμανός Καραβαγγέλης είναι ο πρώτος Ιεράρχης που οργάνωσε ένοπλα τμήματα στην περιοχή Κορεστίων. ..», όμως , με την εκδημία του σηματοδοτήθηκε –είτε αρέσει αυτό σε κάποιους που ανησυχούν «για την κοινωνική συνοχή στην Ελλάδα»να το ακούν είτε όχι- ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ (περιόδου )ΚΑΤΑΛΛΑΓΗΣ.

Επειδή , μάρτυρες σαν τον πατέρα Ιωάννη Παπαεμμμανουήλ που συντηρούσε τη φλόγα του Γένους ζωντανή έχοντας τα παιδιά του ρακένδυτα όσο ζούσε, «συναισθηματικοί» σαν τον παππούλη Δημήτριο που επιμένει πως αν μιλάμε για τους «παλιούς Έλληνες» αργά ή γρήγορα θα τους μοιάσουμε στο ήθος, Μεγαλομάρτυρες σαν τον Χρυσόστομο και Έλληνες σαν τον Χριστόδουλο, δεν πήραν άλλοτε κυριολεκτικά και άλλοτε μεταφορικά τα όπλα για να κάνουν πόλεμο, μα για να κρατήσουν όσο ήταν μπορετό, την καταλλαγή μεταξύ των ανθρώπων, όσο κι αν αυτό ηχεί δήθεν παράλογο κι αντιφατικό. Κι όμως, όταν παλεύεις για το «των ψυχών έδαφος» που έλεγε και ο τότε πρόξενος Κορομηλάς, δεν μπορεί παρά να είσαι ειρηνόφιλος: Οι ψυχές (των νεκρών)αποζητούν γαλήνη, όχι ταραχή.

Άπλωσα τις σκέψεις μου για το βιβλίο του παππούλη Δημητρίου ξεκινώντας με μία έμμεση , κουτσή «συγγνώμη» προς το πρόσωπό του για την αργοπορία μου στο να «πω δυο λέξεις» για αυτό. Χρησιμοποίησα τη λέξη «ένταση». Η νύχτα έχει προχωρήσει, η ένταση καθώς τόση ώρα πληκτρολογώ «τις λέξεις», δεν με εχει εγκαταλείψει. Εξακολουθεί να με βασανίζει το ερώτημα, από πού κι ως πού είμαι εγώ –δεν ξέρω ούτε με αφορούν οι συνάνθρωποι- συνέχεια βιολογική, απόγονος ανθρώπων σαν του πενόμενου δολοφονημένου ιερέα Ιωάννη Παπαεμμανουήλ, σαν του μητροπολίτη του και μετέπειτα, επίσης κατακρεουργημένου Χρυσοστόμου. Ξαναγυρνάω απελπισμένα όσο και νοσταλγικά στη γραφίδα του Χριστόδουλου, που ως Μητροπολίτης Δημητριάδος θύμιζε στα πνευματικά του παιδιά τα λόγια του Ίωνα Δραγούμη όταν αναφερόταν στο θάνατο του Παύλου Μελά: « Κάποτε ο Ίων Δραγούμης αναφερόμενος στο θάνατο του Παύλου Μελά και απευθυνόμενος στην ελληνική νεολαία έλεγε: «Να ξέρετε πως αν τρέξουμε και σώσουμε τη Μακεδονία, η Μακεδονία θα μας σώσει«. Και επεξηγούσε: «Θα μας σώσει από τη βρώμα όπου κυλιόμαστε, θα μας σώσει από τη μετριότητα κι από την ψοφιοσύνη, θα μας λυτρώσει από τον αισχρό τον ύπνο, θα μα ελευθερώσει. Αν τρέξουμε να σώσουμε τη Μακεδονία, εμείς θα σωθούμε«.

Ψοφιοσύνη! Η λεξιπλαστική δύναμη του Δραγούμη από πόση κοινωνική αγανάκτηση θα ταν αυθόρμητα βγαλμένη και πόσο επίκαιρη φαντάζει σήμερα! Αναρωτιέμαι πόσοι θα ναι αυτοί που, μετά την ανάγνωση αυτής της σελίδας στο Λημέρι, θα έχουν αντιληφθεί και νιώσει ό,τιδήποτε άλλο εκτός από εθνικιστικό παραλήρημα, είτε για να το καταλογίσουν σε μένα, είτε για να το θαυμασουν νάρκισσα στον εαυτό τους…

Κατέληγε όμως ο Χριστόδουλος στη μελέτη του για τον μακεδονικό αγώνα: «Η Μακεδονία, προσθέτουμε εμείς, θα μας σώσει και τώρα, αν θυμηθούμε τα κλέη των μεγαλόπνοων πατέρων μας κι αν τα σημερινά μας πάθη αφήσουν ποτέ την ομορφιά της ζωής εκείνων να αγκαλιάσει και την δική μας ζωή».

Τα έντονα γράμματα είναι επίτηδες τονισμένα από μένα. Γιατί αυτό ήταν και παραμένει το δικό μου, προσωπικό, σε κοσμοθεωρητική και βάση πρώτα και κατόπιν σε εθνική και κοινωνική, ζητούμενο: η κατάσβεση των παθών στον Άνθρωπο (και εν συνεχεία στον Έλληνα) που δεν τον αφήνουν να «δει» μέσα στην ομορφιά και τη λεβεντιά της ζωής προηγούμενων ανθρώπων για να αναθαρρήσει, να θαυμάσει, να μιμηθεί, να ποτίσει τις ρίζες ,αλλά και να ρίξει δικές του, δημιουργώντας και αγαπώντας.

Γι αυτόν το λόγο, για αυτήν ακριβώς την ευκαιρία, για αυτήν την διακριτική αλλά συνάμα και απίστευτα τρανή τιμή,

και

καθώς η ιστορική μαρτυρία για την οδυνηρή τελευτή του πατέρα «ΙΩΑΝΝΗ ΠΑΠΑΕΜΜΑΝΟΥΗΛ , ιερέως της Μητρόπολης Δράμας» μεταγράφεται και μεταλλάσσεται σε μια ακόμα μαρτυρία για την ομορφιά της ζωής ενός «παλιού Έλληνα», που από πάππος του παπα –Δημήτρη Κούβελα γίνεται ξαφνικά και δικός μου πάππος, «αγκαλιάζοντας και τη δική μου ζωή»,

παππούλη Δημήτριε,

ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ.

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: