jump to navigation

ΚΑΜΙΑ ΠΑΤΡΙΔΑ ΔΕΝ ΠΕΘΑΙΝΕΙ ΠΑΡΑ ΣΑ ΛΗΣΜΟΝΙΕΤΑΙ Αύγουστος 6, 2009

Posted by mariandr in παλαιότερα κείμενα του 2009, Ελλάδα, Ελληνισμός στον Κόσμο, Εντυπώσεις, Θρησκεία, Ματωμένα Χώματα, Μνήμες του λαού μου.
trackback

Aποστολή στη Βέροια MAPIANNA ANΔPOYTΣOY

mariandra@apogevmatini.gr

AτΚ , Αυγουστος 2009

Για όλα φταίει ο ταξιτζής. Πόντιος φυσικά! Πιάνοντας «ψιλή κουβέντα» στο ταξί του, σε μια διαδρομή Πατήσια-Σταδίου, με προσκάλεσε στο «11ο Συναπάντημα Ποντιακής Νεολαίας» στην Ιερά Μονή Παναγίας Σουμελά, στο ανυπέρβλητης ομορφιάς όρος του Βερμίου. Aνταποκρίθηκα στο κάλεσμά του.

Στις 16 Ιουλίου το συναπάντημα των νεολαίων Ποντίων από κάθε γωνιά της Ελλάδας «στου Σουμελά, στο βουνό», ξεκίνησε. Επί 11 χρόνια οι νέοι ξεφεύγουν από την καθημερινότητα και καταφεύγουν προσκυνητές στην Προσφυγομάνα τους από την Τραπεζούντα. Το συναίσθημα του προσκυνήματος στη Χάρη Της, η συνειδητοποίηση ότι μπρος σου έχεις μια εικόνα του Ευαγγελιστή Λουκά, που είδε να περνούν από μπρος της Κομνηνοί, Αγαρηνοί, Τούρκοι και απλός λαός από το 10ο αιώνα έως σήμερα, δεν αποδίδονται με λέξεις κι έχουν αξία για όσους Την πιστεύουν. Επίσης, το γεγονός ότι η εικόνα αυτή φιλοτεχνήθηκε από τον Ευαγγελιστή Λουκά, ήρθε στην Αθήνα, από ’κει «πέταξε» στην Τραπεζούντα του Πόντου στο Όρος Μελά, και ήρθε «προσφυγοπούλα» το 1931 πίσω στην Ελλάδα, τερματίζοντας την αιχμαλωσία της στην κρύπτη του κατακαμένου μοναστηριού από τους Τούρκους, φαντάζομαι πως για πολλούς είναι πια συναισθηματισμός. Ανήκει δε στη σφαίρα της «παλιάς» Ιστορίας, που δεν ταιριάζει στο ανέμελο καλοκαίρι, να διαβάζουμε πώς η εικόνα, μαζί με το Σταυρό ήρθε πίσω στην Ελλάδα, το 1931, μετά από προηγούμενη συνεννόηση Βενιζέλου-Ινονού, όταν ο τελευταίος δεν επέτρεπε «ούτε πουλί πετούμενο από την Ελλάδα να πατήσει στον Πόντο».

«Ταιριάζει όμως στο καλοκαίρι» να πούμε πως στα ισόγεια του νέου Της σπιτιού, αυτού του ιδρύματος Σουμελά στη Βέροια, εκατοντάδες νέοι Πόντιοι χόρευαν κυριολεκτικά χωρίς σταματημό, διακόπτοντας για να συζητούν για την ενότητά τους και τα οράματα των προγόνων τους, που ακόμα δεν πραγματώθηκαν. Παιδιά 14χρονα, δεν χασμουριούνταν, αλλά χαίρονταν να ακούν το Σεβασμιώτατο Βεροίας, βουλευτές, πολίτες να τους μιλούν για τη σημασία διατήρησης του ποντιακού πολιτισμού, παίρνοντας δύναμη και κουράγιο, για να θυμίζουν κι αυτοί στη γενιά που θα ’ρθει μετά από κείνους πως η Ιστορία τους δεν είναι παραμύθι, πως «καμιά πατρίδα δεν πεθαίνει, παρά μόνο σαν λησμονιέται».

Αυτήν την κουβέντα προσυπέγραψαν άνθρωποι σαν το Μητροπολίτη Βεροίας-Ναούσης και Καμπανίας Παντελεήμονα, τον υφυπουργό Πολιτισμού Γ. Ιωαννίδη, το νομάρχη Θεσσαλονίκης Π. Ψωμιάδη, το βουλευτή του ΠΑΣΟΚ Γ. Μαγκριώτη, το δάσκαλο Ταξίδη και πολλούς άλλους. Μια ζώσα ιστορία Μέσα σ’ αυτούς και ο ταξιτζής, η απλότητα κι η ευγένεια του οποίου με είχαν φέρει στη Χάρη Της προσκυνήτρια και ρεπόρτερ μαζί, να θυμηθώ και να συνειδητοποιήσω, μεταξύ άλλων, τη δύναμη της πολιτισμικής και οικογενειακής συνοχής που αντίκρισα στα μάτια των πανέμορφων εφήβων και νέων του Πόντου, αλλά και τις δικές μας αστοχίες ως κράτους και έθνους.

Παρών στο συναπάντημα αυτό ήταν ο Σταύρος Παπαβραμίδης. Μόλις 92 ετών -«και να το γράψεις να το διαβάσουν πως είμαι παιδί της γενοκτονίας, ακριβώς έτσι να το γράψεις»- χόρευε κυριολεκτικά χωρίς σταματημό, με σφυγμούς και πόδια που θα ζήλευαν φτασμένοι αθλητές της δικής μου της γενιάς, καιροφυλακτούσε… ευγενικά μην κάνουν κάποιο ιστορικό λάθος οι ομιλητές, αφού ο ίδιος είναι ζώσα ιστορία, και ως… θειο-παππούς του φίλου μας ταξιτζή, του ακούραστου στην ξενάγηση «στο γύρω χώρο», Νίκου, μου αποκάλυψε: «Ήμουν ο κονφερανσιέ της εποχής όσον αφορά την προώθηση των ποντιακών ηθών και εθίμων και συνεπώς παρουσίαζα πολλές εκδηλώσεις. ΄Ηξερα πολλούς καλλιτέχνες. Από τους πρώτους παρουσίασα τον Στέλιο Καζαντζίδη στους Ελληνες. Αλλά και από αυτούς που συνόδευσαν την εικόνα της Παναγίας το 1951 από το Βυζαντινό Μουσείο, όπου είχε μείνει μετά τον Βενιζέλο, εδώ στο Βέρμιο, στη Μονή Σουμελά… Ο αδελφός μου, ο Νίκος Παπαβραμίδης, ο παππούς τούτου του ανιψιού μου, ήταν ο πρώτος που παρουσίασε δίσκους ποντιακούς και τραγούδησε ο ίδιος ποντιακά στην Ελλάδα μετά την καταστροφή. Ο πρώτος…».

Ο 92χρονος αυτός είναι ο δεύτερος άνθρωπος που γνωρίζω στη ζωή μου για τον οποίο τη λέξη «παππούς» τη βάζεις μόνο σε εισαγωγικά. Ο πρώτος ήταν ένας ξεχασμένος από Θεό και Σατανά Έλληνας της Τσάλκα, στη σημερινή Γεωργία. Αυτός εδώ ήταν η πεμπτουσία της χαράς ενός ελληνικού καλοκαιριού: Χωρίς ίχνος μιζέριας για τις τραγωδίες των προγόνων του, με αξιοπρέπεια, κοσμοπολίτικη κουλτούρα και αρχαιοπρεπή αριστοκρατική σκέψη, γλεντζές και τηρητής των εθίμων, φανατικός υποστηρικτής της ελληνικής γλώσσας, της ενότητας και της συνέχειάς της, μωρό παιδί από τη λαχτάρα του να χορεύει και να μαθαίνει ταπεινά στα 92 του, ο Σταύρος μοσχοβολά καλοκαίρι. Ένα καλοκαίρι που έγινε για μένα μέσα σε λίγα λεπτά σκέτη βαρυχειμωνιά -εξ ου και ανέφερα τη λέξη «αστοχίες» του κράτους μας- όταν, μεταξύ του θαυμασμού μου για το ασίγαστο πνεύμα του «παππού» Σταύρου και της προσοχής μου που ήταν εστιασμένη στους ομιλητές, και μόλις λίγα λεπτά πριν από την έναρξη του νέου κύκλου χορών, άκουσα έναν ομιλητή να λέει: «Επιτέλους, πότε θα γίνει και μία έδρα Ποντιακού Ελληνισμού στο Πανεπιστήμιο της Θράκης; Να, δίνουμε και κίνητρο. Θα θεσμοθετήσουμε υποτροφίες για τη μελέτη των ατελείωτων ιστορικών αρχείων της Τραπεζούντας…». Ήταν το σημείο στο οποίο η αποστολή μου τελείωσε.

Αισθανόμουν υποκρίτρια να παρευρεθώ αργότερα στο μνημόσυνο του μακεδονομάχου, ιατρού, ποιητή, βουλευτή, μεγάλου ευεργέτη του προσκυνήματος Σουμελά, του Ποντίου Φίλωνα Κτενίδη. Πόσο να ωφελήσει την ψυχή του ένα τρισάγιο, όταν επί της ουσίας οι απόγονοί του, πολιτικοί και πολίτες, δεν καταφέραμε ούτε την ιστορική συνέχεια του Ποντιακού Ελληνισμού να οχυρώσουμε μέσα στους τοίχους ενός ακριτικού πανεπιστημίου, όχι για να τον προσκυνάμε όπως θα ’πρεπε, μα για να τον μελετάμε; Θυμήθηκα πόσο εξαιρετική ήταν η «Ιστορία της Τραπεζούντας» του γνωστού μας ως μισέλληνα για τη θεωρία του περί μη συνέχειας του ελληνισμού, μα γοητευμένου από την Τραπεζούντα και το Αγιον Όρος του Φαλμεράιερ!.. Θυμήθηκα την «Καμπάνα του Πόντου», τον ποιητικό ύμνο που είχε γράψει ο ίδιος ο ποιητής Κτενίδης το 1955: «…Χρόνια έρθαν κι επέρασαν, καιροί έρθαν και πάγνε, και η καμπάνα το τρανόν, αναμέν, δίχως γλώσσαν… Και μετά θυμήθηκα το γελαστό και ακάματο ηγούμενο της Μονής, τον πατέρα Σεραφείμ Ατματζίδη, που επανελάμβανε στίχους του απολυτίκιου της Σουμελιώτισσας: «…δόξα τη προμηθεία Σου, μόνη Πανύμνητε…». Ο νικημένος από την «αστοχία» ορθολογισμός μου κατέφυγε σ’ Αυτήν. ΄Ισως «να το σκεφτούν» να φτιάξουν μια πανεπιστημιακή έδρα για τον Ελληνισμό των Ποντίων, που εύχονται ακόμα «με την ευχήμ… με την ευχή μ… και με την ευλογία μ… Σο καλόν κι ο δρόμο σουν, ομαλά, και μελ και γαλαν…Ο δρόμον ντο ευλόγεσα, η στράτα ντο ευχέθα θα εν στράτα και γυρισμού κι όρομαν *Ξενιτέα…». *

Advertisements

Σχόλια»

No comments yet — be the first.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: